Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγκόσμια Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγκόσμια Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Χ.Γκρίζλι, ο ερωτευμένος στρατιώτης που απέδρασε 200 φορές από τους Ναζί!

Χ.Γκρίζλι, ο ερωτευμένος στρατιώτης που απέδρασε 200 φορές από τους Ναζί
Ο γενναίος Χόρας Γκρίζλι ζητά από τον επικεφαλής των SS, Χάινριχ Χίμλερ,περισσότερο
φαγητό για τους κρατούμενους στρατιώτες
 Ο Χόρας Γκρίζλι κατείχε ένα απίστευτο ρεκόρ. Στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ως βρετανός στρατιώτης κρατούμενος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των Ναζί, κατάφερε να αποδράσει 200 φορές, για χάρη της αγαπημένης του, μιας γερμανίδας μεταφράστριας.

Το έσκαγε κρυφά και κάθε φορά επέστρεφε πίσω. Ο λόγος ήταν ότι η αγαπημένη του, Ρόζα Ράουχενμπαχ, είχε εβραϊκές ρίζες, πληροφορία που είχε καταφέρει να κρατήσει κρυφή από τους Γερμανούς.

Η αποκάλυψη της σχέσης τους θα οδηγούσε στον χαμό και των δύο.

Ο Χόρας Γκρίζλι συνελήφθη από την Βέρμαχτ στο Ντανκέρκ το 1940. Για δέκα εβδομάδες αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει πορεία στη Γαλλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία. Εξαντλημένος και πεινασμένος, έφτασε σε ένα στρατόπεδο εργασίας στην πολωνική Σιλεσία.

Το στρατόπεδο βρισκόταν σε ένα λατομείο και η Ρόζα, η 17χρονη κόρη του διευθυντή του λατομείου, εργαζόταν ως μεταφράστρια στο στρατόπεδο.

Η συνάντησή της με τον Χόρας είχε ως αποτέλεσμα οι δύο νέοι να ερωτευτούν. Όποτε μπορούσαν προσπαθούσαν να ξεκλέβουν μερικές στιγμές μαζί.

Όταν ο Χόρας μεταφέρθηκε στο Φραϊβαλντάου σε ένα στρατόπεδο που βρισκόταν σε απόσταση 64 χιλιομέτρων από τη Σιλεσία, ο Χόρας αποφάσισε να αποδράσει για να συναντήσει τη Ρόζα.

Και δεν το έκανε μία ή δύο φορές, αλλά 200!

Αφαιρούσε τις ξύλινες ράβδους από το παράθυρο, περνούσε κάτω από τον φράχτη στην περίμετρο του στρατοπέδου και πήγαινε σε έναν μικρό ναό που ήταν ο τόπος συνάντησης των δύο εραστών.

Καθώς δεν μπορούσε να διαφύγει στο εξωτερικό -το πιο κοντινό καταφύγιο βρισκόταν στην Σουηδία, 675 χιλιομέτρα μακριά-, μετά τις συναντήσεις του με την Ρόζα επέστρεφε στο στρατόπεδο, συχνά με τρόφιμα κρυμμένα στις τσέπες του για τους συγκρατούμενούς του.

Η ιστορία μοιάζει απίστευτη, αλλά σε μεγάλο βαθμό έχει επιβεβαιωθεί από την μυστική υπηρεσία ΜΙ9 που ήταν επιφορτισμένη με το να βοηθά βρετανούς στρατιώτες να αποδράσουν.

Δεν ήταν η μόνη παράτολμη πράξη του στρατιώτη. Μια φωτογραφία τον δείχνει πρόσωπο με πρόσωπο με τον Χάινριχ Χίμλερ, τον επικεφαλής των SS. Ο Γκρίζλι δεν δίστασε να σηκώσει τη μπλούζα του, να δείξει το αποστεωμένο σώμα του στον Χίμλερ και να ζητήσει περισσότερο φαγητό για τους κρατούμενους στρατιώτες.

Το 1945 το στρατόπεδο Φραϊβαλντάου απελευθερώθηκε από τις δυνάμεις των Συμμάχων. Ο Χόρας επέστρεψε στην Αγγλία και η Ρόζα έγινε μεταφράστρια για τους Αμερικανούς. Οι δυο τους συνέχισαν να επικοινωνούν μέσω επιστολών.

Η επικοινωνία σταμάτησε όταν η Ρόζα πέθανε στη γέννα. Ο Χόρας δεν έμαθε ποτέ εάν το παιδί -το οποίο επίσης πέθανε- ήταν δικό του.

Το 1970 γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του Μπρέντα και μετακόμισαν στην Ισπανία το 1988.

Όταν ο Χόρας ήταν 90 ετών, εκδόθηκε το βιβλίο «Do the Birds Still Sing In Hell?» (Εξακολουθούν τα πουλιά να κελαϊδούν στην κόλαση;), που αφηγείτο την απίστευτη ιστορία του.

Έχοντας πια αποκαλύψει στον κόσμο την αλήθεια, πέθανε δύο χρόνια αργότερα, σε ηλικία 92 ετών.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "Χ.Γκρίζλι, ο ερωτευμένος στρατιώτης που απέδρασε 200 φορές από τους Ναζί!"

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Από δύο χτυπήματα στο κεφάλι πέθανε ο Ριχάρδος Γ'

Επιστήμονες στη Βρετανία έδωσαν στη δημοσιότητα λεπτομέρειες για τα αίτια θανάτου του βασιλιά Ριχάρδου Γ' στη Μάχη του Μπόσγουορθ πριν από περισσότερο από 500 χρόνια και υποστήριξαν ότι δύο από τα πολλά χτυπήματα που δέχτηκε στο κεφάλι ήταν εκείνα που επέφεραν πολύ γρήγορα τον θάνατό του.

Από την ανάλυση που έγινε στα οστά του Ριχάρδου, ο οποίος σκοτώθηκε στη μάχη, προκύπτει ότι δέχτηκε επίθεση από ένα ή και περισσότερα άτομα και ότι εννέα από τα 11 χτυπήματα που εμφανώς δέχτηκε στη μάχη, ήταν στο κεφάλι και ένα ακόμη, πιθανώς μοιραίο, χτύπημα ήταν στη λεκάνη.

Από την εξέταση επιβεβαιώνεται ακόμη η επικρατούσα θεωρία ότι δεν φορούσε πολεμικό κράνος.

Τα χτυπήματα στο κεφάλι συνάδουν με κάποιες αρκετά σύγχρονες περιγραφές της μάχης, σύμφωνα με τα συμπεράσματα της εξέτασης των επιστημόνων που δημοσιεύονται σήμερα στην ιατρική επιθεώρηση The Lancet.

«Τα χτυπήματα στο κρανίο υποδηλώνουν ότι δεν φορούσε κράνος, ενώ από την απουσία αμυντικών τραυμάτων στα χέρια φαίνεται ότι κατά τα άλλα ήταν πάνοπλος όταν σκοτώθηκε», δήλωσε η Σάρα Χέινσγουορθ, καθηγήτρια στο τμήμα Μηχανικών Επιστήμης των Υλικών του πανεπιστημίου του Λέστερ, η οποία συνυπογράφει την έρευνα.

Ο σκελετός του βασιλιά Ριχάρδου Γ' ανακαλύφθηκε από τους αρχαιολόγους κάτω από έναν δημοτικό χώρο στάθμευσης στην πόλη Λέστερ της κεντρικής Αγγλίας το 2012 και στη συνέχεια αναγνωρίστηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου της πόλης.

Δικαστήριο αποφάνθηκε τον Μάιο ότι ο τελευταίος βασιλιάς της δυναστείας των Πλανταγενετών θα πρέπει να ταφεί και πάλι κοντά στο σημείο όπου σκοτώθηκε στη μάχη, απογοητεύοντας έτσι τους απογόνους του οι οποίοι επιθυμούσαν να επιστραφούν τα οστά του στο Γιορκ της βόρειας Αγγλίας - ο Ριχάρδος ανήκε στον Οίκο του Γιορκ.

Σύμφωνα με τα ιστορικά αρχεία, ο μονάρχης έπεσε στο πεδίο της Μάχης του Μπόσγουορθ, κοντά στο Λέστερ, στις 22 Αυγούστου του 1485 και οι αναφορές αυτές υποδηλώνουν ότι ο Ριχάρδος υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το άλογό του όταν κόλλησε μέσα σε βούρκο και στη συνέχεια σκοτώθηκε στη μάχη.

Ο θάνατος του τελευταίου βασιλιά της Αγγλίας στάθηκε η αποκορύφωση του Πολέμου των Ρόδων, του αιματηρού 30ετούς εμφυλίου ανάμεσα στον Οίκο του Γιορκ, όπου ανήκε ο Ριχάρδος, και στον αντίπαλο Οίκο του Λάνκαστερ.

Η ομάδα της Χέινσγουορθ χρησιμοποίησε διαγνωστικές μεθόδους, όπως ολόσωμη αξονική τομογραφία και μικρο-αξονική τομογραφία για να αναλύσει το είδος των τραυμάτων στα οστά του Ριχάρδου ώστε να αποφανθεί ποιά από τα τραύματα που δέχτηκε ήταν μοιραία.

Επίσης ανέλυσαν τα σημάδια που αφήνουν στα οστά τα όπλα προκειμένου να εντοπίσουν τα μεσαιωνικά όπλα που πιθανώς να ευθύνονται για τα τραύματά του.

Σύμφωνα με τον Γκάι Ράτι, παθολόγο και μέλος της ομάδας των ερευνητών, «τα πιθανότερα μοιραία τραύματα είναι δύο στο εξωτερικό τμήμα του κρανίου - ένα ευρύ τραύμα που προκλήθηκε με δύναμη από αιχμηρό αντικείμενο, πιθανόν ξίφος ή αλαβάρδα (σ.σ ένας τύπος λόγχης) και ένα διεισδυτικό τραύμα από αιχμηρό όπλο».

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "Από δύο χτυπήματα στο κεφάλι πέθανε ο Ριχάρδος Γ'"

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

«Ο κώδικας των Νάβαχο»: Πέθανε ο τελευταίος Ινδιάνος της φυλής που «κέρδισε» το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο

Ο Τσέστερ Νεζ

Σε ηλικία 93 ετών έφυγε από τη ζωή ο Τσέστερ Νεζ, παίρνοντας μαζί του το μυστικό...

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, οι Ιάπωνες κατάφερναν διαρκώς να σπάνε τα κρυπτογραφηµένα µηνύµατα των συμμάχων, καθυστερώντας δραματικά την πρόοδο της στρατιωτικής μηχανής των ΗΠΑ.

Τελικά, το 1942, αρκετές εκατοντάδες Ινδιάνοι Νάβαχο στρατολογήθηκαν ως πεζοναύτες και εκπαιδεύτηκαν να χρησιμοποιούν ένα µυστικό στρατιωτικό κώδικα, βασισμένο στη μητρική τους γλώσσα.

Ο κώδικας των Νάβαχο, ο οποίος έγινε και κινηματογραφική ταινία με τον Νίκολας Κέιτζ, το 2002, ήταν τελικά ο μοναδικός που δεν κατάφεραν να σπάσουν ποτέ οι Ιάπωνες και θεωρείται ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην έκβαση του πολέµου.

Χθες, σε ηλίκία 93 ετών πια, πέθανε ο Τσέστερ Νεζ, παίρνοντας μαζί του το μυστικό των Ινδιάνων Νάβαχο. Και αυτό γιατί ήταν ο τελευταίος από τους 29 Ινδιάνους της εν λόγω φυλής, που πολέμησαν στο πλευρό των Αμερικανών κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Μοιραστήκαμε τη δύναμη της γλώσσας μας με τον κόσμο κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι 29 πρώτοι "code talkers" κατατάχθηκαν εθελοντικά. Δυστυχώς, χάσαμε τον τελευταίο επιζώντα από αυτούς τους 29 άνδρες, τον Τσέστερ Νεζ, που πέθανε στον ύπνο του» ανακοίνωσε ο πρόεδρος των Νάβαχο, Μπεν Σέλι.

Οι σημαίες θα είναι σήμερα μεσίστιες στα εδάφη της φυλής.

Ο δεκανέας Τσέστερ Νεζ στρατολογήθηκε μαζί με 28 ακόμη Νάβαχο από το Σώμα των Πεζοναυτών το 1942 για τη δημιουργία μίας κωδικοποιημένης γλώσσας, που θα χρησιμοποιείτο στις επικοινωνίες με τα πεδία των μαχών, με βάση τη γλώσσα των Νάβαχο.

Στη συνέχεια συμμετείχε στον πόλεμο του Ειρηνικού, στο Γκουανταλκανάλ, το Γκουάμ, το Πελελίου και το Μπουγκενβίλ.

«Είμαι πολύ περήφανος για το ότι οι Ιάπωνες έκαναν τα πάντα για να σπάσουν τον κώδικα, αλλά δεν το κατάφεραν ποτέ» είχε δηλώσει πέρυσι στην εφημερίδα του αμερικανικού στρατού, Stars and Stripes.

Συνολικά, περί τους 400 Ινδιάνους Νάβαχο έλαβαν μέρος στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Επειδή η γλώσσα τους είναι τονική και δεν είναι γραπτή, είναι εξαιρετικά δύσκολο για κάποιον που δεν είναι η μητρική του γλώσσα, να την μάθει.

Ο κώδικας δημιούργησε μία αλφάβητο, βασισμένη σε αγγλικές λέξεις όπως "ant" για το "A" , οι οποίες στη συνέχεια μεταφράσθηκαν στην αντίστοιχη λέξη στη γλώσσα των Νάβαχο. Έτσι, για παράδειγμα, η λέξη "moasi", που σημαίνει "γάτα" (cat) αντιστοιχούσε στο γράμμα "C".

Στο πεδίο της μάχης, οι Ινδιάνοι "code talkers" μετέδιδαν έτσι προφορικά κρυπτογραφημένα μηνύματα στη γλώσσα τους.

Ο κώδικας παρέμεινε μυστικός μέχρι τη δεκαετία του '80, για την περίπτωση που θα ήταν χρήσιμος και σε άλλον πόλεμο.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "«Ο κώδικας των Νάβαχο»: Πέθανε ο τελευταίος Ινδιάνος της φυλής που «κέρδισε» το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο"

Κυριακή 25 Μαΐου 2014

«Ο Φιντέλ Κάστρο ζούσε στην Κούβα σαν βασιλιάς»


Ο Φιντέλ Κάστρο ζούσε σαν βασιλιάς, με το δικό του ιδιωτικό γιοτ, συνήθιζε να αποδρά σε ένα πολυτελές νησί της Καραϊβικής με δελφίνια και χελώνες και ταξίδευε με δύο προσωπικούς αιμοδότες, υποστηρίζει ένα νέο βιβλίο. Στο La Vie cachée de FidelCastro (Η κρυφή ζωή του Φιντέλ Κάστρο), ο πρώην σωματοφύλακάς του Χουάν Ρεινάλντο Σάντσες, μέλος του ελίτ εσωτερικού κύκλου του Κάστρο, ισχυρίζεται ότι ο Κουβανός ηγέτης διοικούσε την χώρα σαν ένα προσωπικό φέουδο, κάτι ανάμεσα σε μεσαιωνικό άρχοντα και Λουδοβίκο 15ο.
 
Ο Σάντσες, ο οποίος ήταν μέλος της πραιτοριανής φρουράς του Κάστρο επί 17 χρόνια, περιγράφει τον Κάστρο ως χαρισματικό και έξυπνο αλλά δημαγωγό, ψυχρό, εγωκεντρικό και με έντονα ξεσπάσματα θυμού. Ισχυρίζεται ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Κουβανών αγνοούσαν πως ο αρχηγός τους απολαμβάνε έναν τρόπο ζωής πέρα από τα όνειρα πολλών Κουβανών και σε αντίθεση με τις θυσίες που απαιτούσε από αυτούς. «Σε αντίθεση με ό,τι έλεγε πάντα, ο Φιντέλ ποτέ δεν αποκήρυξε τις καπιταλιστικές ανέσεις ή δεν επέλεξε να ζήσει λιτά. Αντιθέτως, ο τρόπος ζωής του ήταν αυτός ενός καπιταλιστή χωρίς κανέναν περιορισμό» γράφει. «Ποτέ δεν θεώρησε ότι τα λόγια του τον υποχρεώνουν να ακολουθήσει τον αυστηρό τρόπο ζωής ενός καλού επαναστάτη».

Ο Σάντσες ισχυρίζεται ότι υπέστη τη σκληρότητα του Κάστρο από πρώτο χέρι, όταν έπεσε σε δυσμένεια, τον χαρακτήρισαν προδότη και τον πέταξαν «στη φυλακή σα σκυλί», τον βασάνισαν και τον άφησαν σε ένα μολυσμένο από κατσαρίδες κελί, όταν ζήτησε να αποσυρθεί. Όταν αφέθηκε ελεύθερος, ο Σάντσες ακολούθησε την πολυχρησιμοποιημένη διαδρομή των Κουβανών εξόριστων στην Αμερική το 2008.

Το βιβλίο, που κυκλοφορεί την Τετάρτη, έχει γραφτεί με τον Γάλλο δημοσιογράφο Axel Gyldén, του περιοδικού L’ Express. Ο Gyldén παραδέχεται ότι ο Σάντσες έχει πολλά με τον Κάστρο, αλλά επιμένει ότι έχει ελέγξει την ιστορία του στην Κούβα. «Είναι η πρώτη φορά που κάποιος από το στενό κύκλο του Κάστρο, κάποιος που ήταν μέρος του συστήματος και μάρτυρας από πρώτο χέρι σε αυτά τα γεγονότα, μιλά. Αλλάζει την εικόνα που έχουμε για τον Φιντέλ Κάστρο και όχι μόνο για τον τρόπο ζωής του, που έρχεται σε αντίθεση με τα λόγια του, αλλά και για την ψυχολογία και τα κίνητρα του Κάστρο» δήλωσε ο Gyldén.

Αυτή πάντως δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος υποστηρίζει ότι ο Κάστρο απολαμβάνει πλούτη. Το 2006, το περιοδικό Forbes κατέταξε την Κουβανό ηγέτη στο top 10 των πλουσιότερων «βασιλιάδων και δικτατόρων», επικαλούμενο ανώνυμες πηγές που ισχυρίζονταν ότι ο Κάστρο είχε συσσωρεύσει μια περιουσία, από ένα δίκτυο κρατικών εταιρειών. Ο Κουβανός ηγέτης αρνήθηκε κατηγορηματικά το ρεπορτάζ.

Η μακροσκελής βασιλεία του Κάστρο έληξε το 2006, όταν παρέδωσε την εξουσία στον αδελφό του Ραούλ. Ο Φιντέλ συνέχισε γράφοντας στήλες για την εφημερίδα του κομμουνιστικού κόμματος Granma, αλλά σταδιακά εξαφανίστηκε από τη δημόσια ζωή. Επισκέπτες, όπως ο Ιγκνάσιο Ραμονέ, ο Γάλλος δημοσιογράφος που έχει πάρει μεγάλη συνέντευξη από τον Κάστρο, παρουσιάζουν έναν λιτό τρόπο ζωής του, με άσκηση, απλά γεύματα και μέτριες σπιτικές ανέσεις.

Ο Σάντσες, ο οποίος είναι 65 ετών τώρα και ζει στην Αμερική, ισχυρίζεται ότι ο Κάστρο απολαμβάνει ένα ιδιωτικό νησί, τα Κάγιο Πιέδρα, νότια του κόλπου των Χοίρων, χαρακτηρίζοντάς το «κήπο της Εδέμ», όπου διασκέδαζε με εκλεκτούς προσκεκλημένους, όπως ο συγγραφέας Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, και έκανε ψαροντούφεκο. Ο πρώην σωματοφύλακας λέει ότι ο Κάστρο έπλεε στο νησί με το πολυτελές γιοτ του, το Aquarama II, επενδυμένο με σπάνιο ξύλο της Αγκόλας και με τέσσερις μηχανές που του είχε στείλει ο σοβιετικός πρόεδρος Λεονίντ Μπρέζνιεφ.

«Ο Κάστρο καθόταν στην μεγάλη μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα του με ένα ποτήρι Chivas Regal με πάγο (το αγαπημένο ποτό του) στο χέρι του», γράφει ο Σάντσες. Η περιουσία του περιλαμβάνει επίσης, γράφει, μια «τεράστια» κατοικία στην Αβάνα με πλήρως εξοπλισμένο μπόουλινγκ στον τελευταίο όροφο, ένα γήπεδο μπάσκετ και πλήρως εξοπλισμένο ιατρικό κέντρο και ένα πολυτελές μπανγκαλόου με ιδιωτική μαρίνα στην ακτή. «Ο Φιντέλ Κάστρο διέδιδε ότι η επανάσταση δεν τον άφηνε καθόλου σε ησυχία, δεν είχε χρόνο για προσωπική ευχαρίστηση και ότι αγνοούσε, ή μάλλον περιφρονούσε, την αστική έννοια των διακοπών. Λέει ψέματα», προσθέτει.

Ο Σάντσες λέει ότι η dolce vita του Κάστρο ήταν ένα «τρελό προνόμιο», ενώ οι Κουβανοί υπέστησαν σοβαρά δεινά στη δεκαετία του 1990, καθώς η οικονομία «κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος» μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και του ανατολικού μπλοκ. Οι συμπατριώτες του, ισχυρίζεται, δεν γνώριζαν την περίπλοκη ζωή του αγαπημένου τους ηγέτη, το πόσο γυναικάς ήταν και ότι είχε τουλάχιστον εννέα παιδιά, αν μη τι άλλο επειδή τα κουβανικά μέσα ενημέρωσης απαγορευόταν να το αναφέρουν.

Ο Κουβανός ηγέτης είχε ένα όπλο στα πόδια του όταν ταξίδευε με την Mercedes του και ποτέ δεν πήγαινε πουθενά χωρίς τουλάχιστον δέκα σωματοφύλακες, μεταξύ των οποίων δύο «αιμοδότες». Στο σπίτι, σηκωνόταν αργά και άρχισε να δουλεύει περίπου το μεσημέρι «μετά από ένα λιτό πρωινό». «Η αγαπημένη του ταινία, που είδε δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές, ήταν η ατέρμονη και υπνωτική σοβιετική εκδοχή του Πόλεμος και Ειρήνη του Τολστόι... η οποία διαρκούσε τουλάχιστον πέντε ώρες».

Θυμάται επίσης πώς ο Κάστρο παρακολουθούσε τους πάντες, ακόμα και τον Ούγκο Τσάβες, και επέμενε ο σωματοφύλακάς του να σημειώνει τα πάντα, «για την ιστορία». Ο Σάντσες λέει ότι επί σχεδόν δύο δεκαετίες έβλεπε περισσότερα τον Κάστρο από την δική του οικογένεια. «Ήταν ο θεός. Ρουφούσα όλα τα λόγια του, πίστευε όλα όσα έλεγε, τον ακολουθούσα παντού και θα πέθαινα γι ‘αυτόν», γράφει. Ισχυρίζεται ότι τελικά συνειδητοποίησε πως ο Κάστρο θεωρεί ότι η Κούβα «του ανήκει». «Ήταν ο αφέντης της, όπως ένας γαιοκτήμονας του 19ου αιώνα. Γι’ αυτόν, ο πλούτος ήταν πάνω απ ‘όλα ένα όργανο εξουσίας, πολιτικής επιβίωσης και προσωπικής προστασίας». Όταν θυμάται πώς ο Κάστρο φύλαγε διαμάντια από την Αγκόλα σε ένα κουτί πούρων Cohiba, γράφει: «Μερικές φορές, ο Φιντέλ είχε λίγο από τη νοοτροπία ενός πειρατή της Καραϊβικής».

http://www.theguardian.com/world/2014/may/21/fidel-castro-lived-like-king-cuba

Πηγή 
Διαβάστε περισσότερα "«Ο Φιντέλ Κάστρο ζούσε στην Κούβα σαν βασιλιάς»"

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Σε δημοπρασία βγαίνουν τα ρούχα που φορούσε ο Ναπολέοντας όταν πέθανε

Σε δημοπρασία βγαίνουν τα ρούχα που φορούσε ο Ναπολέοντας όταν πέθανε
Το πουκάμισο, οι μανσέτες και άλλα προσωπικά αντικείμενα που χρησιμοποίησε ο Ναπολέοντας την παραμονή και την ημέρα του θανάτου του στο νησάκι της Αγίας Ελένης, τα οποία φύλαξε με ευσέβεια ο πιστός υπηρέτης του, θα βγουν σε δημοπρασία στη Γαλλία την ερχόμενη άνοιξη.

"Είναι πολύ συγκινητικό. Αγγίζουμε τη ζωή του αυτοκράτορα, τις πιο προσωπικές στιγμές του", δήλωσε ο Ζαν-Πιερ Οζενά, ο οποίος οργανώνει τη δημοπρασία αυτή την 23η Μαρτίου στο Φοντενεμπλό.

Τα αναμνηστικά από τη ζωή του Ναπολέοντα στο βρετανικό νησί της Αγίας Ελένης και τα ρούχα που φορούσε όταν πέθανε, την 5η Μαΐου 1821, φυλάχτηκαν από τον Ασίλ Αρσαμπό (1792-1858) ο οποίος είχε μπει στην υπηρεσία του αυτοκράτορα ως ιπποκόμος, τον ακολούθησε στην εξορία του και έγινε ο προσωπικός του υπηρέτης. Τα αντικείμενα αυτά παρέμειναν στην ιδιοκτησία των απογόνων του Αρσαμπό μέχρι και σήμερα. "Τα είχαν φυλάξει σε ένα ξύλινο κιβώτιο σε ένα χωριουδάκι της Κορσικής", εξήγησε ο Οζενά.

Ένα από τα σημαντικότερα αντικείμενα που θα βγουν προς πώληση είναι το πουκάμισο από βατίστα που φορούσε ο Ναπολέοντας την 4η Μαΐου 1821, την παραμονή του θανάτου του. Φέρει κεντημένο το γράμμα "Ν" και η τιμή του εκτιμάται στα 30-40.000 ευρώ. Το πουκάμισο έχει μικρά μπαλώματα και ένα μεγάλο σημάδι, προφανώς από ιδρώτα, στο κολάρο "που αποδεικνύει πόσο υπέφερε ο ασθενής", πρόσθεσε ο Οζενά. Συνοδεύεται από ένα χειρόγραφο σημείωμα, γραμμένο από τον Αρσαμπό και ραμμένο στη μία πλευρά.

"Είναι αναμφίβολα το πουκάμισο που φορούσε ο Ναπολέοντας όταν είπε τις τελευταίες λέξεις του: Γαλλία! Γιε μου! Ο στρατός! τη νύχτα της 4ης προς την 5η Μαΐου", διαβεβαίωσε.
Οι μανσέτες που φορούσε ο Ναπολέοντας την ώρα του θανάτου του εκτιμάται ότι θα πουληθούν έναντι 8-10.000 ευρώ.

Ο Αρσαμπό φύλαξε ακόμη και τους επιδέσμους από βατίστα που είχε φτιάξει πιθανότατα σκίζοντας κάποιο πουκάμισο για να τους χρησιμοποιήσει ο αυτοκράτορας. Από τις 21 Απριλίου 1821 ο Ναπολέοντας υπέφερε από υψηλό πυρετό και παραισθήσεις. Στις 3 Μαΐου τα συμπτώματα επιδεινώθηκαν. Με τους επιδέσμους πιθανότατα σκούπιζαν ή δρόσιζαν το μέτωπό του, σημείωσε ο οίκος δημοπρασιών που ειδικεύεται στην πώληση ιστορικών αντικειμένων της περιόδου εκείνης.

Οι συλλέκτες θα έχουν ακόμη την ευκαιρία να αγοράσουν δύο μαντίλια, έναν χαρτοκόπτη και το μπαστούνι που χρησιμοποιούσε ο Ναπολέοντας στους περιπάτους του στο νησί, όπως περιέγραφε ο πιστός υπηρέτης του. Ο Ασίλ Αρσαμπό, που παραστάθηκε στον αυτοκράτορα μέχρι το τέλος ήταν "ο μόνος που έκλαψε" κατά τη νεκροψία, σύμφωνα με τις βρετανικές μαρτυρίες της εποχής. Ο Ναπολέοντας στη διαθήκη του τού άφησε το ποσό των 50.000 φράγκων.

Τα αντικείμενα αυτά είχαν εκτεθεί από την οικογένεια του υπηρέτη στο Σατό Μαλμεζόν, το 1921 και ένα μέρος της συλλογής πουλήθηκε σε δημοπρασία τρία χρόνια αργότερα.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "Σε δημοπρασία βγαίνουν τα ρούχα που φορούσε ο Ναπολέοντας όταν πέθανε"

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Ο Τσόρτσιλ φοβόταν ότι η Γαλλία θα κήρυττε πόλεμο στη Βρετανία!

Ο βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ φοβόταν ότι η Γαλλία θα κήρυττε τον πόλεμο στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1940, σύμφωνα με ένα τηλεγράφημά του που είχε σταλεί στους διοικητές των βρετανικών αποικιών και το οποίο πουλήθηκε σε δημοπρασία την Κυριακή κοντά στο Λονδίνο.Το τηλεγράφημα με ημερομηνία 4 Ιουλίου 1940, απεστάλη από τον Τσόρτσιλ μετά την έναρξη μιας από τις πλέον φονικές επιθέσεις που εξαπέλυσαν οι Βρετανοί κατά του γαλλικού στόλου στο λιμάνι Μερς ελ Κεμπίρ στη βόρειο - δυτική Αλγερία, τον Ιούλιο του 1940. Σε αυτό το τηλεγράφημα με την επισήμανση «απόρρητο» του οποίου οι Τάιμς του Λονδίνου δημοσίευσαν ένα αντίγραφο, ο Τσόρτσιλ δικαιολογεί την επίθεση κατά του γαλλικού στόλου και εκφράζει τον φόβο του ότι η Γαλλία μπορεί να κηρύξει τον πόλεμο στη Βρετανία.
 
«Το πρωί της 3 Ιουλίου οι βρετανικές ναυτικές δυνάμεις πήραν θέσεις έξω από Οράν ( κοντά στο λιμάνι Μερς ελ Κεμπίρ) και ζήτησαν από τις γαλλικές ναυτικές αρχές να λάβουν μέτρα για να διασφαλίσουν ότι ο μεγάλος αριθμός των γαλλικών ναυτικών μονάδων που ήταν στο λιμάνι, δεν θα πέσουν στα χέρια των Γερμανών» αναφέρεται στο τηλεγράφημα.
«Οι Γάλλοι αρνήθηκαν να λάβουν μέτρα. Ως αποτέλεσμα αυτού οι βρετανικές δυνάμεις ανέλαβαν δράση με σημαντικές απώλειες στη γαλλική πλευρά . Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποιες θα είναι οι συνέπειες, αλλά πρέπει να ληφθεί κάθε προσπάθεια εάν η Γαλλία κηρύξει τον πόλεμο εναντίον μας», καταλήγει ο Τσόρτσιλ στο τηλεγράφημα του.

Από την βρετανική επίθεση υπήρξαν 1.297 νεκροί ή αγνοούμενοι και 354 τραυματίες, όλοι από την πλευρά των Γάλλων ενώ βυθίστηκαν πολλά γαλλικά πλοία .

Το τηλεγράφημα πωλήθηκε την Κυριακή έναντι 1.900 ευρώ ( 2.500 δολάρια ), ενώ είχε εκτιμηθεί στο πολύ χαμηλό ποσό ανάμεσα στα 180 και 240 ευρώ ( μεταξύ 240 και 320 δολάρια ). Ο νέος κάτοχος του ιστορικού τηλεγραφήματος είναι φυσικό πρόσωπο, κάτοικος Αγγλίας , ανέφερε ο οίκος δημοπρασιών , χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά του.


Διαβάστε περισσότερα "Ο Τσόρτσιλ φοβόταν ότι η Γαλλία θα κήρυττε πόλεμο στη Βρετανία!"

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Πέθανε ο Ερικ Χόμπσμπαουμ


Ήταν, κατά γενική ομολογία, ο πλέον δημοφιλής, αξιοσέβαστος και με την μεγαλύτερη επιρροή ιστορικός της Βρετανίας. Ο Έρικ Χόμπσμπαουμ πέθανε σε ηλικία 95 ετών, σε νοσοκομείο του Λονδίνου όπου νοσηλευόταν.

Έγραψε πάνω από 20 βιβλία, με γνωστότερη την τετράτομη ιστορία του για τον 19ο και τον 20ο αιώνα, στην οποία καταγράφει την περίοδο από την Γαλλική Επανάσταση μέχρι την πτώση της ΕΣΣΔ. Ο συνάδελφός του, ιστορικός, Νάιαλ Φέργκιουσον, έχει χαρακτηρίσει το τετράτομο πόνημα, («Η εποχή των επαναστάσεων», «Η εποχή του κεφαλαίου», «Η εποχή των Αυτοκρατοριών», «Η εποχή των άκρων») «το καλύτερο σημείο εκκίνησης για όποιον επιθυμεί να ξεκινήσει την μελέτη της μοντέρνας ιστορίας».

Ο Χόμπσμπαουμ γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1917, από Εβραίους γονείς και μεγάλωσε στην Βιέννη και το Βερολίνο. Μετακόμισε με την οικογένειά του στο Λονδίνο, το 1933, την ίδια χρονιά που ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία. Σπούδασε στο King’s College, του Κέμπριτζ, ενώ το 1947 έγινε λέκτορας στο Πανεπιστήμιο Birkbeck. Έγινε μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας το 1978 και βραβεύτηκε το 1998.

Αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, λόγω της αφοσίωσής του στον Μαρξισμό και ιδιαίτερα επειδή εξακολούθησε να είναι μέλος του Βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμματος μετά την εισβολή των Σοβιετικών στην Ουγγαρία, το 1956, είχε δηλώσει ότι «δεν προσπάθησε ποτέ να υποτιμήσει τα φρικτά πράγματα που συνέβησαν στην Ρωσία». Όμως, είχε πιστέψει ότι «ένας νέος κόσμος γεννιόταν, ανάμεσα σε αίμα και δάκρυα και τρόμο». «Χάρη στην κατάρρευση της Δύσης, είχαμε την ψευδαίσθηση ότι ακόμη και αυτό το ωμό, πειραματικό σύστημα θα λειτουργούσε καλύτερα από τα υπόλοιπα. Ήταν είτε αυτό ή τίποτα» έγραφε.

Ο Χόμπσμπαουμ θεωρείται ότι επηρέασε την γέννηση του νέου Εργατικού Κόμματος της Βρετανίας, παρότι αργότερα είχε εκφράσει την απογοήτευσή του για την διακυβέρνηση του Τόνι Μπλερ. Τα γραπτά του μάλιστα για την πτώση των Εργατικών είχαν σημαντική επίδραση στο κόμμα.

Τα τελευταία χρόνια εμφανιζόταν συχνά σε τηλεόραση και ράδιο, παρουσιάζοντας τις απόψεις του. Το 1998 τιμήθηκε με τον τίτλο Companion of Honour, μία σπάνια διάκριση για κάποιον μαρξιστή.

Εκτός των άλλων, για μια περίοδο έγραφε και κριτική για τζαζ στο New Statesman, ένα «μικρόβιο» που κόλλησε όταν άκουσε τον Ντιουκ Έλινγκτον στο Λονδίνο το ’30.

http://www.guardian.co.uk/books/2012/oct/01/eric-hobsbawm?intcmp=239

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "Πέθανε ο Ερικ Χόμπσμπαουμ"

Κυριακή 19 Αυγούστου 2012

Απίστευτο! Ο ανηψιός του Χίτλερ ,Πάτρικ ζητούσε απεγνωσμένα να πολεμήσει εναντίον των ναζί!

Απίστευτο! Ο ανηψιός του Χίτλερ ,Πάτρικ ζητούσε απεγνωσμένα να πολεμήσει εναντίον των ναζί!Ο ανιψιός του Αδόλφου Χίτλερ ,Πάτρικ Χίτλερ έγραψε μια επιστολή στις αρχές του 1940 προς τον αμερικανό πρόεδρο Φ. Ρούζβελτ, ζητώντας του να τον αφήσει να καταταγεί στον στρατό και να πολεμήσει τον θείο του.

Η επιστολή, με ημερομηνία 3 Μαρτίου, 1942, αναφέρει ότι ο Πάτρικ Χίτλερ είναι πρόθυμος να πολεμήσει το «διαβολικό και ειδωλολατρικό καθεστώς”,του Αδόλφου!

Ήταν η δεύτερη φορά που ο νεαρός Πάτρικ Χίτλερ ζητούσε κάτι τέτοιο. Είχε προσπαθήσει να καταταγεί το 1940, ένα χρόνο αφότου έφυγε από τη ναζιστική Γερμανία, στη Νέα Υόρκη, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε. 

«Εγώ είμαι ο ανιψιός και ο μόνος απόγονος του καγκελάριου και ηγέτη της Γερμανίας, ο οποίος σήμερα τόσο δεσποτικά επιδιώκει να υποδουλώσει τις ελευθερίες των χριστιανικών λαών του πλανήτη», έγραψε ο Πάτρικ Χίτλερ στην επιστολή του.

Η επιστολή δημοσιεύθηκε στο βιβλίο "Γράμματα Πολέμου: Έκτακτη αλληλογραφία από τους αμερικανικούς Πολέμους» .

Ο Πάτρικ Χίτλερ κατατάθηκε τελικά στο Πολεμικό Ναυτικό το 1944 και απολύθηκε μετά από τρία χρόνια μετά από έναν τραυματισμό. 

Άλλαξε αργότερα το επίθετό του σε Χιούστον. Πέθανε στη Νέα Υόρκη, το 1987.


Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "Απίστευτο! Ο ανηψιός του Χίτλερ ,Πάτρικ ζητούσε απεγνωσμένα να πολεμήσει εναντίον των ναζί!"

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Η κατάληψη του Παρισιού από τον γερμανικό στρατο

Στις 14 Ιουνίου 1940 η πρωτεύουσα της Γαλλίας, Παρίσι, πέντε εβδομάδες μετά την έναρξη της Μάχης της Γαλλίας, η πόλη πέφτει στα χέρια των ναζιστικών δυνάμεων του Άξονα. Το Παρίσι παρέμεινε υπό κατοχή μέχρι την απελευθέρωσή του τον Αύγουστο του 1944, δυόμιση μήνες μετά την απόβαση στη Νορμανδία. Από τον εξόριστο από τη Ρωσία συνθέτη Stravinsky έως τους Ισπανούς ζωγράφους Picasso και Dalí και τον Αμερικανό δημοσιογράφο και λογοτέχνη Hemingway, πολλοί ήταν εκείνοι που έσπευδαν στην διάσημη πόλη την εποχή εκείνη. Ο γερμανικός στρατός χρειάστηκε μόλις έναν μήνα για να καταλάβει την πρωτεύουσα της χώρας από την 10η Μαΐου 1940, οπότε και εισέβαλλε στη Γαλλία.

Το Παρίσι έπεσε σχεδόν χωρίς καμία αντίσταση στις 14 Ιουνίου και ο μισός σχεδόν πληθυσμός των κατοίκων έφυγε για άλλες περιοχές. Η κυβέρνηση της Γαλλίας συμφώνησε σε ανακωχή με τους κατακτητές και η ναζιστική διοίκηση προχώρησε νότια, στο Vichy, αφήνοντας το Παρίσι υπό κατοχή. Ο Αδόλφος Χίτλερ αφίχθη στην πόλη στις 23 Ιουνίου προκειμένου να επιθεωρήσει τη νέα του κατάκτηση.

Μέσα σε 48 ώρες μετά την κατάκτηση της πόλης άρχισε η δίωξη των Εβραίων κατοίκων. Αρχικά τους ζητήθηκε να εγγραφούν στους καταλόγους των αστυνομικών τμημάτων. Στις 14 Μαΐου του 1941 η αστυνομία του Vichy ξεκίνησε να συγκεντρώνει εβραίους πολίτες και να τους απελαύνει. Στο προάστιο Drancy δημιουργήθηκε στρατόπεδο συγκέντρωσης που χρησίμευσε ως ενδιάμεσος σταθμός για όσους εστάλησαν στο φοβερό Auschwitz. Περίπου 70.000 πέρασαν από αυτό το στρατόπεδο, το οποιο τελούσε υπό γαλλική διοίκηση συνεργαζόμενη με τους ναζιστές, έως τον Ιούλιο του 1943. Για τέσσερα χρόνια η πόλη βίωνε αυξανόμενα όλο και πιο βίαιη την κατοχή. Επιφανειακά, η ζωή κυλούσε κανονικά και η πόλη έγινε δημοφιλής προορισμός για τους αδειούχους στρατιώτες. Κάτω από την επιφάνεια, η γαλλική αντίσταση επέμενε και πολλοί αντιμετώπισαν βασανισμούς και θανατώσεις από την Gestapo.

Το Ιούνιο του 1944, οι Συμμαχικές δυνάμεις προχώρησαν στην απόβαση της Νορμανδίας με τη συμμετοχή 140 αντιστασιακών Γάλλων. Δυο μήνες αργότερα έσπασαν τις γραμμές των Γερμανών και προήλασαν με γρήγορους ρυθμούς στην υπόλοιπη χώρα. Στις 19 Αυγούστου, υπό την καθοδήγηση της Αντίστασης, ξέσπασε εξέγερση στο Παρίσι. Ο Χίτλερ διέταξε τον διοκητή της πόλης Von Choltitz να καταστρέψει την πρωτεύουσα, όπου διεξάγονταν οδομαχίες, αλλά ο Von Choltitz εκτέλεσε τη διαταγή. Με την έλευση των Αμερικανών έξω από την πόλη, ο Von Choltitz παραδόθηκε. Οι Σύμμαχοι έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό στο Παρίσι και ο στρατηγός Charles De Gaulle εγκαθίδρυσε προσωρινή κυβέρνηση η οποία διήρκησε μέχρι το 1946.

Το κέντρο του Παρισιού βγήκε σχεδόν αλώβητο από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο εξαιτίας του ότι δεν υπήρχαν σημεία στρατηγικής σημασίας – οι σταθμοί τραίνου του Παρισιού ήταν τερματικοί, ενώ τα μεγάλα εργοστάσια ήταν στα προάστια. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Παρίσι σημείωσε την μεγαλύτερη ανάπτυξή του από την εποχή που έμεινε γνωστή ως Belle Époque, πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "Η κατάληψη του Παρισιού από τον γερμανικό στρατο"

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Νικολάε και Έλενα Τσαουσέσκου – Οι τύραννοι τής Ρουμανίας

«Απευθύνω έκκληση, εκ μέρους των θυμάτων των δύο τούτων τυράννων, να τιμωρηθούν οι δύο κατηγορούμενοι με τη θανατική ποινή. Οι κατηγορίες περιλαμβάνουν τα εξής:
Γενοκτονία, σύμφωνα με το άρθρο 256 του ποινικού κώδικα.
Ένοπλη επίθεση εναντίον πολιτών και της κρατικής εξουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 163 του ποινικού κώδικα.
Καταστροφή κτηρίων και κρατικών ιδρυμάτων, υπονομεύοντας την εθνική οικονομία, σύμφωνα με τα άρθρα 165 και 145 του ποινικού κώδικα».

Από τα πρακτικά της κεκλεισμένων των θυρών δίκης των Νικολάε και Έλενα Τσαουσέσκου, 25 Δεκεμβρίου, 1989.

Την ημέρα των Χριστουγέννων του 1989, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων με χοντρά παλτά στέκονταν πιασμένοι χέρι χέρι στο πίσω μέρος ενός κτηρίου στο Τιργκόβιστε της Ρουμανίας. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα και οι δύο ήταν νεκροί· είχαν εκτελεστεί από τρεις άντρες. Η επιτόπου εξέταση αποκάλυψε ότι το δεξί μέρος του κεφαλιού του άντρα ήταν γεμάτο αίματα, όπως και αυτό της γυναίκας του. Ήταν μια αποτρόπαια σκηνή, η οποία τις επόμενες μέρες κυκλοφορούσε σε φωτογραφία στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων όλου του κόσμου, γιατί το ζευγάρι ήταν ο πρόεδρος της Ρουμανίας Νικολάε Τσαουσέσκου και η σύζυγός του, Έλενα. Καταδικάστηκαν για τις δολοφονίες 60.000 ανθρώπων κατά τη διάρκεια της εισοσιτετράχρονης διακυβέρνησης τρόμου. Με τον θάνατό τους, το σθένος, η υπερηφάνεια και η υπεροψία τους εξαφανίστηκαν. Τη θέση τους πήραν τα σώματα δύο μοναχικών ανώτερων πολιτών που κείτονταν άψυχα…

Η ανατολική Ευρώπη βρίθει από χώρες των οποίων η εσωτερική πολιτική ήταν ένα συνονθύλευμα απόλυτα διεφθαρμένων βασιλέων, μονίμως απόντων γαιοκτημόνων, εξωτερικών εισβολών, κατακτητικών δυνάμεων, δολοφονιών, αιματοκυλίσματος, γενικευμένων πολεμικών συρράξεων και, δυστυχώς, η ιστορία της Ρουμανίας δεν αποτελεί εξαίρεση.

Μετά τη λήξη του 10υ Παγκοσμίου Πολέμου εμφανίστηκαν στη Ρουμανία πολλά πολιτικά κόμματα, περιλαμβανομένης της φασιστικής Σιδηρούς Φρουράς, με επικεφαλής τον Κορνήλιο Κοντρεάνου, ο οποίος κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή το 1935. Το 1938 ήρθε η σειρά του βασιλιά Καρόλου του 20υ να αναλάβει και ανακοίνωσε βασιλική δικτατορία, όμως παρά την εκτέλεση του Κοντρεάνου, η βασιλεία του Καρόλου δεν απέφυγε την κατοχή τεράστιων εκτάσεων της χώρας από την Ε.Σ.Σ.Δ., την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία, μεταξύ άλλων. Το γεγονός αυτό προκάλεσε εκτεταμένες διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη Ρουμανία, αναγκάζοντας τον Κάρολο να παραιτηθεί από το θρόνο του για χάρη του έφηβου γιου του, Μιχαήλ που στη συνέχεια εκδιώχτηκε από την εξουσία από τον στρατάρχη Ίον Αντονέσκου, που επέβαλε φασιστική δικτατορία.

Το 1941 ο Αντονέσκου συμμετείχε στον πόλεμο του Χίτλερ εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, αν και, όταν διαπίστωσε πως η Γερμανία θα έχανε τον πόλεμο, άλλαξε στρατόπεδο και προσχώρησε στις Συμμαχικές Δυνάμεις. Τελικά, με τη λήξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, οι κομμουνιστές κέρδισαν τις εκλογές στη Ρουμανία με την υποστήριξη των Σοβιετικών και ιδρύθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Ρουμανίας. Ο Βασιλιάς Μιχαήλ αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον θρόνο του και ο στρατάρχης Ίον Αντονέσκου εκτελέστηκε, ενώ στη συνέχεια η Ρουμανία, με επικεφαλής τον Πέτρου Γκρόζα, προσχώρησε στο τεράστιο δίκτυο των εξαρτημένων από τη Σοβιετική Ένωση χωρών.

Το 1960 το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρουμανίας, αρχικά υπό την ηγεσία του Γκεόργκι Γκεοργκίου Ντετζ και στη συνέχεια του Νικολάε Τσαουσέσκου, άρχισε να διακόπτει τις επαφές του με τη Σοβιετική Ένωση και να γίνεται σταδιακά ανεξάρτητο. Είναι γεγονός πως η διακοπή των σχέσεων Ρουμανίας-Ε.Σ.Σ.Δ. ήταν τόσο οριστική που το 1968 ο Τσαουσέσκου ένιωσε αρκετά ισχυρός ώστε να καταδικάσει τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, μια κίνηση με την οποία κέρδισε πολλούς επαίνους, μαζί με οικονομική βοήθεια, από τη Δύση. Ενώ η δημοκρατική Ευρώπη ήταν πολύ ικανοποιημένη μαζί του, ο λαός της Ρουμανίας άρχισε να υποφέρει, αφού ο Νικολάε Τσαουσέσκου σύντομα υιοθέτησε ένα δικτατορικό τρόπο ηγεσίας, που προκάλεσε δυστυχία σε ολόκληρη τη χώρα…

Ο Νικολάε Αντρούτα Τσαουσέσκου γεννήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1918 από γονείς χωρικούς, στο χωριό Σκορνικέστι, στη νοτιοδυτική Ρουμανία. Σε ηλικία έντεκα ετών η οικογένειά του μετακόμισε στο Βουκουρέστι και ο Νικολάε έγινε μαθητευόμενος ενός τσαγκάρη. Το 1932 ο Τσαουσέσκου προσχώρησε στην Κομμουνιστική Νεολαία της Ρουμανίας και μέσα σε έναν χρόνο είχε εντυπωσιάσει τόσο πολύ τους ανωτέρους του που επιλέχτηκε να εκπροσωπήσει την ομάδα του σε ένα αντιφασιστικό συνέδριο στο Βουκουρέστι. Στην τρυφερή ηλικία των δεκαπέντε ετών ο Νικολάε συνελήφθη γιατί υποκινούσε μια απεργία και μοίραζε φυλλάδια εναντίον της κυβέρνησης. Στην ουσία, αυτό ήταν το πρώτο από μια σειρά «εγκλημάτων» για τα οποία θα φυλακιζόταν. Το επόμενο συνέβη τον Ιούνιο του 1934, τούτη τη φορά γιατί συνέλεγε υπογραφές διαμαρτυρίας για τη δίκη μιας ομάδας σιδηροδρομικών εργατών της Γκριβίτα (των οποίων αρχηγός ήταν ο μέλλων πρόεδρος, Γκεόργκι Γκεοργκίου Ντετζ) και τον ίδιο χρόνο φυλακίστηκε δύο φορές γιατί διένειμε κομμουνιστικό υλικό. Εκείνη την εποχή το ποινικό του μητρώο ανέφερε πως ήταν επικίνδυνος κομμουνιστής ταραχοποιός και ως αποτέλεσμα εστάλη στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Σκορνικέστι. Όμως οι αρχές δεν κατάφεραν να ελέγξουν τον Τσαουσέσκου και λίγο καιρό μετά επέστρεψε στο Βουκουρέστι, για να συνεχίσει την πολιτική του δραστηριότητα. Τα επόμενα χρόνια ο Τσαουσέσκου συλλαμβανόταν διαρκώς, φυλακιζόταν, απελευθερωνόταν και ξανασυλλαμβανόταν, μέχρι το 1940, που φυλακίστηκε στην Τζιλάβα, κοντά στο Βουκουρέστι. Λίγο καιρό μετά, μέλη της Σιδηρούς Φρουράς επιτέθηκαν στη φυλακή και σκότωσαν εξήντα τέσσερις κρατούμενους. Ο Τσαουσέσκου γλίτωσε από την επίθεση και εστάλη σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, στο Τίργκου Τζίου, όπου τον φυλάκισαν μαζί με άλλους κομμουνιστές, όπως τον Σίβου Στόικα, τον Ίον Γεώργιο Μάουρερ και τον Γκεόργκι Γκεοργκίου Ντετζ, τον οποίο είχε υποστηρίξει στο παρελθόν. Μετά την αποφυλάκισή του, το 1944, ο Τσαουσέσκου διορίστηκε επικεφαλής της Κομμουνιστικής Νεολαίας, για την οποία εργάστηκε ακούραστα.

Το 1946 ο Τσαουσέσκου αποφάσισε να παντρευτεί. Το 1939 γνώρισε μια νέα γυναίκα, ονόματι Έλενα Πετρέσκου. Αν και ήταν αμόρφωτη, μοιραζόταν τον ενθουσιασμό του για την πολιτική και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930 προσχώρησε στην Κομμουνιστική Νεολαία. Η σχέση τους αποδείχτηκε ιδανική και οι δύο είχαν μια πολύχρονη -και διαβόητη- σχέση. Στην ουσία, μια από τις πρώτες τους κινήσεις ως αντρόγυνο ήταν να υιοθετήσουν ένα αγοράκι, τον Βαλεντίν, γιατί την εποχή εκείνη το Εργατικό Κόμμα της Ρουμανίας ενθάρρυνε τα μέλη του να υιοθετούν ορφανά του πολέμου.

Η Έλενα Πετρέσκου (χαϊδευτικά την έλεγαν «Λενιούτα») είχε γεννηθεί στις 6 Ιανουαρίου 1919. Οι γονείς της ήταν αγρότες και ζούσαν στην Ολτένια, μια αγροτική περιοχή της Ρουμανίας νοτιοδυτικά του Βουκουρεστίου. Ο πατέρας της καλλιεργούσε ένα μικρό κομμάτι νοικιασμένης γης και διατηρούσε ένα μικρό κατάστημα που πουλούσε διάφορα προϊόντα, όπως ψωμί, κεριά και αλεύρι. Με τα λεφτά να βγαίνουν δύσκολα, η Έλενα αναγκάστηκε ν’ αφήσει το σχολείο στα δεκατέσσερα, πριν δώσει εξετάσεις, και έφυγε για το Βουκουρέστι όπου βρήκε δουλειά ως ανειδίκευτη, πρώτα σαν βοηθός σ’ ένα εργαστήριο και αργότερα σαν μοδίστρα σ’ ένα εργοστάσιο υφασμάτων.

Όταν ο Ντετζ έγινε πρωθυπουργός το 1952, ο Τσαουσέσκου, ως προστατευόμενός του, διορίστηκε επικεφαλής του Υπουργείου Γεωργίας. Η άνοδος του Τσαουσέσκου μέσα στο κόμμα ήταν ταχύτατη, γιατί σύντομα εγκατέλειψε το Υπουργείο Γεωργίας για το Υπουργείο Ενόπλων Δυνάμεων. Εκείνη την εποχή, η Έλενα εργαζόταν σαν χαμηλόμισθη γραμματέας στις δημόσιες υπηρεσίες της Ρουμανίας, απ’ όπου σύντομα απολύθηκε λόγω ανικανότητας. Στο μεταξύ, η οικογένειά του μεγάλωνε, καθώς τον Μάρτιο του 1950 η Έλενα γέννησε την κόρη τους, Ζωή, και το 1951 το γιο τους, Νίκου. Λίγο αργότερα, ο Τσαουσέσκου προβιβάστηκε ως πλήρες μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος (που άλλαξε ονομασία και έγινε Εργατικό Κόμμα της Ρουμανίας ή RWP) και στη συνέχεια έγινε μέλος του Πολιτμπιουρό (του ισχυρότερου οργάνου του Κομμουνιστικού Κόμματος). Η τιμή ήταν μεγάλη και σφράγισε τη μελλοντική του πορεία ως επιφανή πολιτικού, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του Γκεόργκι Γκεοργκίου Ντετζ, το 1965. Τρεις μέρες αργότερα ο Τσαουσέσκου ανέλαβε ως Γενικός Γραμματέας και ταυτόχρονα θέσπισε νέο Σύνταγμα, αλλάζοντας το όνομα της χώρας από Λαϊκή Δημοκρατία της Ρουμανίας σε Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ρουμανίας, τονίζοντας έτσι τις σοσιαλιστικές τάσεις της κυβέρνησής του.

Αρχικά, ο Νικολάε Τσαουσέσκου ήταν σχετικά δημοφιλής, κυρίως χάρις στην ανεξάρτητη στάση του απέναντι στη Ρωσία. Η Ρουμανία πριν τον Τσαουσέσκου ακολουθούσε δουλοπρεπώς τη Σοβιετική Ένωση και είχε συμμαχήσει με τον Στάλιν. Όταν, όμως, η Σοβιετική Ένωση εισέβαλε στην Τσεχοσλοβακία, στις 22 Αυγούστου 1968, ο Τσαουσέσκου, που ήταν τότε αρχηγός κράτους, έβγαλε λόγο σε ένα πλήθος Ρουμάνων, που είχαν συγκεντρωθεί στην Πιετά Ρεπούμπλιτσι, δηλώνοντας: «Ας είμαστε έτοιμοι, σύντροφοι, να υπερασπιστούμε οποιαδήποτε στιγμή τη σοσιαλιστική πατρίδα μας, τη Ρουμανία. Είναι ασύλληπτο στις μέρες μας, που οι λαοί ξεσηκώνονται για να υπερασπιστούν την εθνική τους ανεξαρτησία και την ισότητα των δικαιωμάτων, ένα σοσιαλιστικό κράτος να καταπατά την ελευθερία και την ανεξαρτησία άλλων κρατών… Αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε από σήμερα το σχηματισμό ένοπλων πατριωτικών αποσπασμάτων εργατών, αγροτών και διανοούμενων, που θα υποστηρίξουν την ανεξαρτησία της πατρίδας μας. Σύσσωμος ο ρουμανικός λαός θα υπερασπιστεί τα πάτρια εδάφη…».

Αυτά τα λόγια είχαν αντίκτυπο στον κόσμο και, αν και ο Τσαουσέσκου μαλάκωσε στο μέλλον τη στάση του, επί πολύ καιρό οι Ρουμάνοι πίστευαν πως ο ηγέτης τους είχε τις καλύτερες προθέσεις. Η αλήθεια, ωστόσο, ήταν πιο σκληρή, αφού, παρά την ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική του Τσαουσέσκου, στα εσωτερικά ζητήματα μόνο φιλελεύθερος δεν ήταν. Στην ουσία εγκατέστησε μια διοίκηση σταλινικού τύπου, που υποστήριζε μια αυστηρά συγκεντρωτική διακυβέρνηση. Ένα σημαντικό παράδειγμα είναι η οργάνωση της Μυστικής Αστυνομίας (της Σεκιουριτάτε), που άρχισε να παρακολουθεί πολίτες, να τους αρνείται το δικαίωμα της ελευθερίας λόγου και να λογοκρίνει τον Τύπο. Η Σεκιουριτάτε είχε τη δικαιοδοσία να συλλαμβάνει κάθε ύποπτο που θεωρούνταν ταξικός εχθρός ή, ακόμη χειρότερα, κατάσκοπος. Επιπλέον, μπορούσε να προφυλακίσει τους συλληφθέντες χωρίς δίκη, για όσον χρόνο ήθελε. Η μυστική αστυνομία του Τσαουσέσκου (η Σεκιουριτάτε) ανέλαβε δράση, απαγορεύοντας στον λαό το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου καθώς επίσης, ασκώντας αυστηρή λογοκρισία σε όλα τα μέσα ενημέρωσης καθώς και στην αλληλογραφία· δεν άφησε ούτε πέτρα που να μην την αναποδογυρίσει, όπως περιγράφεται στο παρακάτω απόσπασμα από το βιβλίο του Τζούλιαν Χέιλ «Η Ρουμανία του Τσαουσέσκου»:

    Η Κρατική Ασφάλεια γίνεται ακόμα πιο ισχυρή και επικίνδυνη, συμμαχώντας με τις στρατιωτικές μυστικές υπηρεσίες και παίζοντας τον ρόλο του παρατηρητή σε όλους τους κλάδους των κρατικών δραστηριοτήτων. Το άρθρο 28 του Συντάγματος της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ρουμανίας ορίζει: «Η ελευθερία του λόγου, του Τύπου, των συνελεύσεων, των συγκεντρώσεων και των διαδηλώσεων είναι εγγυημένα δικαιώματα του λαού της ΣΔΡ».
    
    Στο επόμενο άρθρο, το 29ο, η κατάσταση διευκρινίζεται: «Η ελευθερία του λόγου, του τύπου, των συνελεύσεων, των συγκεντρώσεων και των διαδηλώσεων δεν πρέπει να ασκούνται για σκοπούς που είναι αντίθετοι στο σοσιαλιστικό σύστημα και τα συμφέροντα των εργαζομένων».

Φυσικά, η δουλειά της Σεκιουριτάτε ήταν να εφαρμόζεται το 290 άρθρο εις βάρος του 28ου και κατά την πορεία της διακυβέρνησης του Τσαουσέσκου εκτιμάται ότι εξανάγκασε πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους να δίνουν πληροφορίες για τους συμπολίτες τους. Λάθη του παρελθόντος ή αδιακρισίες μπορούσαν κάθε στιγμή να χρησιμοποιηθούν εναντίον οποιουδήποτε ατόμου. Η Σεκιουριτάτε γνώριζε τα πάντα για τον καθένα· τηλεφωνικές συνδιαλέξεις μαγνητοφωνούνταν, «κοριοί» φυτεύονταν σε δωμάτια, προσωπικά γράμματα ανοίγονταν και διαβάζονταν και πολύ συχνά το προσωπικό ξενοδοχείων, υπάλληλοι καταστημάτων, οδηγοί λεωφορείων και μικροπρεπείς υπάλληλοι όλων των βαθμών δούλευαν για τις δυνάμεις ασφαλείας. Το άγχος, στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, για να κάνουν ή να πουν το σωστό ήταν πελώριο.

Η Σεκιουριτάτε ίδρυσε και λειτούργησε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, που στέγαζαν φυλακισμένους οι οποίοι διατάχτηκαν να σκάψουν ένα κανάλι μήκους 55 χιλιομέτρων (που σύντομα ονομάστηκε το Κανάλι του Θανάτου), από τον Δούναβη μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Το σχέδιο αυτό ήταν μνημειώδες και απαιτούσε την εργασία εκατοντάδων χιλιάδων φυλακισμένων, κάτω από άθλιες συνθήκες. Οι περισσότεροι από αυτούς θα πέθαιναν κατά τη διάρκεια της κατασκευής του καναλιού, όμως οι εργασίες δεν διακόπηκαν. Αντιθέτως, συνεχίστηκαν, γιατί ο Τσαουσέσκου θεώρησε το έργο ως ιδανική ευκαιρία να απαλλάξει τη Ρουμανία από «ανεπιθύμητες μειονότητες». Γι’ αυτόν τον σκοπό, πλήθη από Τρανσυλβανούς και Μολδαβούς Ούγγρους μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο εργασίας της Ντομπρούχα, κατηγορούμενοι για τα πιο ασήμαντα εγκλήματα, όπως το ότι μιλούσαν στη μητρική τους γλώσσα. Η εργασία που ανέλαβαν, το σκάψιμο χαντακιών, το σπάσιμο βράχων και η μεταφορά χώματος με καροτσάκι, έμοιαζε με εκείνη των δούλων, όμως όταν εμφανίζονταν ξένες αντιπροσωπείες, έκρυβαν τους φυλακισμένους, για να μη δει κανείς τις απαράδεκτες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης. Τα στρατόπεδα δεν είχαν επαρκείς εγκαταστάσεις υγιεινής, ούτε τρόφιμα και φαρμακευτικές προμήθειες, έτσι πολλοί πέθαιναν από φυματίωση και δυσεντερία, αφού οι οργανισμοί τους είχαν εξασθενήσει πλήρως από την ανεπάρκεια τροφής και τους συνεχείς ξυλοδαρμούς. Εν ολίγοις, η μεταχείριση των φυλακισμένων ήταν χειρότερη από εκείνη των ζώων, όταν όμως το έργο ολοκληρώθηκε (το 1984), ο Τσαουσέσκου έκρινε πως ήταν ένα από το μεγαλύτερα κατορθώματά του, φανερώνοντας για μια ακόμη φορά τη σκληρότητα του καθεστώτος του.

Το 1966, ο Τσαουσέσκου συνέχισε ακάθεκτος με την ψήφιση νόμων που απαγόρευαν την αντισύλληψη και την άμβλωση. Κατ’ επίφαση, οι νόμοι αυτοί θα οδηγούσαν στην αύξηση του πληθυσμού, όμως ουσιαστικά ήταν ένας ακόμη τρόπος να καταπτοηθούν οι πολίτες. Όλες οι εργαζόμενες στα εργοστάσια υποβλήθηκαν σε μηνιαίες γυναικολογικές εξετάσεις, για να βεβαιωθούν πως υπάκουαν τους νέους νόμους. Οδηγούνταν σε κλινικές, όπου υποβάλλονταν σε πλήρεις ιατρικές και γυναικολογικές εξετάσεις, συχνά υπό την παρουσία κυβερνητικών πρακτόρων, που κάποιοι Ρουμάνοι αποκαλούσαν «εμμηνορροϊκή αστυνομία». Σε έναν από τους διαβόητους λόγους του, ο Τσαουσέσκου ισχυρίστηκε: «Το έμβρυο είναι ιδιοκτησία της κοινωνίας. Οποιοσδήποτε αποφεύγει να αποκτήσει παιδιά είναι λιποτάκτης, που παραβιάζει τους νόμους της εθνικής διαιώνισης». Παρ’ όλα αυτά, πολλές γυναίκες κατέφευγαν σε επικίνδυνες, παράνομες αμβλώσεις, προκαλώντας συχνά σοβαρές βλάβες στις ίδιες. Στη συνέχεια ο Τσαουσέσκου διέταξε όλες τις γυναίκες ηλικίας κάτω των σαράντα ετών να γεννήσουν το λιγότερο τέσσερα παιδιά (αργότερα ο αριθμός αυξήθηκε σε πέντε). Εντοπίστηκαν οι στείρες γυναίκες και αναγκάστηκαν να πληρώσουν ψηλότερους φόρους. Δυστυχώς, ο νέος νόμος κατά των αμβλώσεων εμφανίστηκε την εποχή που στη Ρουμανία υπήρχε ανεπάρκεια τροφίμων, γεγονός που σήμαινε πως τα περισσότερα νεογέννητα ήταν ελλιποβαρή. Η γέννηση των μωρών εκείνων που ζύγιζαν λιγότερο από 1.500 γραμμάρια θεωρούνταν συχνά «αποβολή» και δεν τους παρεχόταν περαιτέρω φροντίδα. Οι γιατροί άρχισαν να σημειώνουν πλαστά στοιχεία στα βιβλία τους και να παραδίδουν πλαστές στατιστικές. «Αν πέθαινε ένα παιδί στην περιοχή μας, ο μισθός μας μειωνόταν από δέκα μέχρι είκοσι πέντε τοις εκατό», είπε η γιατρός Γκρέτα Στανέσκου από το Βουκουρέστι. «Ωστόσο, δεν ήταν δικό μας λάθος: Σεν είχαμε ούτε φάρμακα ούτε γάλα και οι οικογένειες ήταν φτωχές».

Ο Τσαουσέσκου έφερε τον λαό του στο χείλος του λιμού. Το 1971 επισκέφτηκε την Κίνα και τη Βόρεια Κορέα, όπου συνάντησε τον Μάο Τσε Τουνγκ και τον Κιμ Ιλ Σουνγκ, τα καθεστώτα των οποίων τον εντυπωσίασαν. Όταν επέστρεψε στη Ρουμανία ήταν αποφασισμένος να επαναβιομηχανοποιήσει τη χώρα του, με την ίδια μέθοδο που είχαν ακολουθήσει οι σύντροφοί του και γι’ αυτόν τον σκοπό δανείστηκε τεράστια χρηματικά ποσά από πιστωτικά ιδρύματα της Δύσης. Τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν για τη μαζική μεταφορά των κατοίκων της υπαίθρου στις πόλεις, όπου ξεκίνησαν να εργάζονται για την κατασκευή προϊόντων πολυτελείας, που θα εξάγονταν. Όμως ο Τσαουσέσκου το είχε παρακάνει, γιατί μέχρι το 1980 η χώρα του είχε χρέος 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Στη συνέχεια πήρε τη μοιραία απόφαση να εξάγει η χώρα του ό,τι παρήγαγε, περιλαμβανομένης της σημαντικότερης φυσικής πηγής της, της τροφής. Αφού ο πληθυσμός της υπαίθρου μειώθηκε δραματικά και η γεωργία είχε ρημάξει, δεν υπήρχαν αρκετά σιτηρά ή γεωργική παραγωγή που να επαρκεί για τη χώρα, όμως με την εξαγωγή αποθεμάτων κρέατος, λαχανικών, φρούτων κ.λπ. η Ρουμανία άρχισε ξαφνικά να υποφέρει από τρομακτική έλλειψη τροφίμων. Ένα τυπικό ρουμανικό ανέκδοτο για την περίοδο αυτή, είναι το παρακάτω:

    Ένα Ρουμάνος αξιωματούχος πεθαίνει και πάει στην Κόλαση. Μπαίνοντας στο παλάτι του Σατανά βλέπει δύο ίδια κι απαράλλακτα δωμάτια. Στο ένα υπάρχει μια πινακίδα με την ένδειξη «Ανατολή» και στο άλλο η πινακίδα γράφει «Δύση». Φοβισμένος ο αξιωματούχος ρωτάει τον Διάβολο:
    «Ποια είναι η διαφορά μεταξύ τους; Ποιο θα πρέπει να διαλέξω;».

      Και η απάντηση:
    «Ω, οι υπηρεσίες είναι οι ίδιες. Τη Δευτέρα βράσιμο σε καυτό λάδι, την Τρίτη σούβλισμα, την Τετάρτη φωτιά και θειάφι, την Πέμπτη ψήσιμο στο φούρνο, την Παρασκευή τηγάνισμα…».

    Ο Ρουμάνος δείχνει να απορεί:
    «Αλλά, γιατί της Ανατολής είναι τόσο γεμάτο κόσμο και της Δύσης σχεδόν άδειο;». 

    Κι ο Διάβολος αναλαμβάνει να του εξηγήσει:
    «Στην Ανατολική Κόλαση πότε ξεμένουν από λάδι, πότε δεν γυρίζουν οι σούβλες και δεν υπάρχει πάντα απόθεμα σε θειάφι…».

Ο Τσαουσέσκου δεν διέθετε πλέον τα μέσα για την αγορά φαρμακευτικών αποθεμάτων, ούτε τα χρήματα για να λειτουργήσουν τα ήδη δαπανηρά διυλιστήρια πετρελαίου της χώρας του και ακόμη και τότε λειτουργούσε μόλις το δέκα τοις εκατό αυτών. Τη δεκαετία του 1980 πάρθηκαν μέτρα λιτότητας και καθιερώθηκε η διανομή ψωμιού με δελτία. Έξω από τα καταστήματα σχηματίστηκαν ουρές και ο κόσμος έπρεπε μερικές φορές να περιμένει για ώρες, σε πολλές περιπτώσεις για να ακούσει πως το προϊόν, για το οποίο είχε έρθει, είχε τελειώσει. Εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων, τα σπίτια χρησιμοποιούσαν λαμπτήρες των 40 βατ και τη νύχτα άναβε το ένα τρίτο από τις λάμπες των δρόμων. Η έλλειψη καυσίμων προκάλεσε κρίση και στα νοσοκομεία, αφού οι διακοπές ρεύματος διέκοπταν εγχειρήσεις και τα μηχανήματα υποστήριξης ζωής δεν λειτουργούσαν διαρκώς. Επειδή τα αποθέματα βενζίνης ήταν ανεπαρκή, δόθηκε διαταγή στα ασθενοφόρα να μην ανταποκρίνονται σε κλήσεις ασθενών μεγαλύτερων από τα εβδομήντα έτη.

Ενώ ο λαός της Ρουμανίας υπέφερε, ο Νικολάε Τσαουσέσκου και η οικογένειά του ζούσαν στην πολυτέλεια. Στην ουσία, οι ανισότητες ήταν σκανδαλώδεις. Για παράδειγμα, ο Τσαουσέσκου είχε το προνόμιο να είναι ιδιοκτήτης σαράντα πολυτελών παλατιών, αν και το στολίδι όλων αυτών ήταν αναμφίβολα το ανάκτορο Πριμαβέρι στο Βουκουρέστι. Μετά τον θάνατο των Τσαουσέσκου, ανακαλύφτηκαν ολόκληρα δωμάτια γεμάτα πλούτη. Για παράδειγμα, ένα δωμάτιο ήταν αφιερωμένο στην πελώρια συλλογή από γούνες της Έλενας, ενώ σε άλλο δωμάτιο υπήρχαν εκατοντάδες φορέματα και ακόμη περισσότερα ζευγάρια παπουτσιών. Ένα τρίτο δωμάτιο ήταν αφιερωμένο στα ραμμένα κατά παραγγελία κουστούμια και τον κυνηγητικό ρουχισμό του Νικολάε (πολλά από αυτά δεν είχαν φορεθεί ποτέ). Η διακόσμηση των ανακτόρων δεν πήγαινε πίσω, αφού ήταν γεμάτα με εξαιρετικά ασημικά, ανεκτίμητα χαλιά, πολυελαίους, πορσελάνες και μάρμαρο. Ο πλούτος που κυριαρχούσε μέσα στα ανάκτορα υπήρχε και έξω από αυτά, όπως, για παράδειγμα, η τεράστια συλλογή αυτοκινήτων του Νικολάε, περιλαμβανομένης μιας Μπιούικ Ελέκτρα, δώρο του Ρίτσαρντ Νίξον, μαζί με αρκετές Μερσεντές. Επίσης, υπήρχαν πολλά πολυτελή γιοτ, τα «Snagov I» και «Sangov Il», και η μεγάλη συλλογή του Νικολάε από ταχύπλοα «πυραύλους». Το 1984 ο Τσαουσέσκου διέταξε την κατεδάφιση 10.000 εκταρίων πανάκριβης ακίνητης περιουσίας στο Βουκουρέστι, για να κατασκευαστεί ένα ακόμη παλάτι. Αυτή τη φορά ζήτησε να χτιστεί μια ολόκληρη λεωφόρος (ίδιου μήκους και το ίδιο εντυπωσιακή με τα Ηλύσια Πεδία του Παρισιού), που θα κατέληγε στο «Κάζα Ποπουρούλουι» ή αλλιώς «Σπίτι του Λαού». Όταν ολοκληρώθηκε το κτίριο είχε ύψος 90 μέτρα και κάλυπτε επιφάνεια 220.000 τετραγωνικών μέτρων, καθιστώντας το το δεύτερο μεγαλύτερο κτίριο στον κόσμο, μετά το Πεντάγωνο. Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως ιδιοκτήτης αυτού και όλων των άλλων πολυτελών αποκτημάτων ήταν ένας δυτικός «πλεϊιμπόι», και όχι ένας ακλόνητος υποστηρικτής του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ωστόσο, ο Νικολάε Τσαουσέσκου συνέχισε να ξοδεύει τα χρήματα της χώρας του (που είχε δανειστεί από τη Δύση) για την πολυτελή ζωή του, ενώ οι πολίτες της Ρουμανίας υπέφεραν από την καταστροφική πολιτική του.

Σε ολόκληρη τη χώρα άρχισαν να ξεφυτρώνουν ορφανοτροφεία, εξαιτίας της πληθυσμιακής έκρηξης που προέκυψε από τους νόμους του Τσαουσέσκου, που απαγόρευαν την άμβλωση και την αντισύλληψη. Εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων, οι οικογένειες δεν είχαν να φάνε, και ένα ακόμη παιδί ήταν το λιγότερο που επιζητούσαν. Οι συνθήκες που επικρατούσαν στα ορφανοτροφεία ήταν αποκρουστικές. Υπήρχε ανεπάρκεια, καμιά φορά πλήρης έλλειψη, σε τρόφιμα, κλινοσκεπάσματα, ρουχισμό και, κυρίως, φάρμακα. Τα παιδιά ήταν συνήθως γυμνά, γιατί δεν υπήρχαν ρούχα να φορέσουν και, εξαιτίας των ανθυγιεινών συνθηκών στις οποίες ζούσαν, πολλά παιδιά υπέφεραν από χρόνια διάρροια και είχαν παράσιτα, όπως ψείρες, σκουλήκια και ψωρίαση. Όμως, δυστυχώς, οι συνθήκες αυτές δεν ήταν ό,τι χειρότερο, αφού οι γιατροί, που έμεναν πίσω σε σχέση με τις ιατρικές προόδους της Δύσης, εξαιτίας των δρακόντειων νόμων του Τσαουσέσκου, άρχισαν να μεταγγίζουν αίμα στα παιδιά, με την ελπίδα πως θα συμπλήρωναν τις διατροφικές τους ανάγκες. Αντιθέτως, αυτό προκάλεσε μια τεραστίων διαστάσεων επιδημία AIDS, αφού το αίμα δεν είχε ελεγχθεί ποτέ, καθώς ο Τσαουσέσκου πίστευε πως αυτή την αρρώστια την είχαν μόνο οι παρακμάζοντες δυτικοί. Στο τέλος της δικτατορίας του Τσαουσέσκου ζούσαν στα ορφανοτροφεία της Ρουμανίας περισσότερα από 150.000 παιδιά, από τα οποία χιλιάδες, ηλικίας δύο με τριών ετών, δεν είχαν μάθει ακόμη να περπατάνε και χιλιάδες άλλα είχαν μολυνθεί με τον ιό του AIDS.

Από τότε που ανέλαβε την εξουσία του κόμματος ο Τσαουσέσκου, το 1965, έφερε στον λαό του μόνο δυστυχία, όμως παρά το γεγονός αυτό, στις 28 Μαρτίου 1974, ορίστηκε ισόβιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας από τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. Μόνο μια επανάσταση μπορούσε να διώξει από την εξουσία τον Τσαουσέσκου και τους οπαδούς του, όμως έπρεπε να περάσει μια δεκαετία για να γίνει αυτό το θαύμα. Εν τω μεταξύ, ο Τσαουσέσκου έστρεψε την προσοχή του σε μια φυλετική ομάδα που μισούσε: Την μειονότητα των Ούγγρων μέσα στη Ρουμανία. Από τότε που ανέλαβαν οι κομμουνιστές τη χώρα, οι Ούγγροι της Ρουμανίας (ιδιαίτερα της Τρανσυλβανίας) υπέφεραν όχι μόνο από τα κομμουνιστικά διατάγματα αλλά και από το εθνικιστικό όραμα του Τσαουσέσκου. Για παράδειγμα, υπό τις οδηγίες του Τσαουσέσκου, οι αρχές επέμειναν στην αναδιανομή του 85% της γης των Ούγγρων σε Ρουμάνους και έκλεισαν ουγγρικά σχολεία, ενώ όλα τα σχολικά βιβλία μεροληπτούσαν εναντίον των Ούγγρων. Απαγορεύτηκε στους Ούγγρους να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα σε δημόσιους χώρους και αν τους έπιαναν να κάνουν κάτι τέτοιο, τους συλλάμβαναν, τους χτυπούσαν και/ή τους φυλάκιζαν. Την δεκαετία του 1980, ως μέρος του προγράμματος πλήρους βιομηχανοποίησης, κατεδαφίστηκαν ολοσχερώς πολλά ουγγρικά χωριά και οι χωρικοί μετακόμισαν με τη βία σε άλλες περιοχές της χώρας.

Η σύζυγος του Τσαουσέσκου, Έλενα, ήταν ακόμη πιο τυραννική. Το 1975 η Έλενα «έπεισε» αρκετούς επιφανείς επιστήμονες να γράψουν εργασίες τις οποίες οικειοποιήθηκε και εξέδωσε με το δικό της όνομα. Επιπλέον, η Έλενα -αν και δεν είχε ολοκληρώσει τη βασική εκπαίδευση- κατάφερε με κάποιο τρόπο να αποκτήσει διδακτορικό τίτλο στη Χημεία και στη συνέχεια έγινε διευθύντρια του Χημικού Ινστιτούτου. Οι περισσότεροι συνειδητοποίησαν πως τα προσόντα της ήταν ψεύτικα, κανείς δεν τόλμησε, όμως, να υψώσει τη φωνή του και να αποκαλύψει τα ψέματά της. Η Έλενα ζητούσε επίσης αναγνώριση για τα ακαδημαϊκά της επιτεύγματα στο εξωτερικό, δεχόμενη τιμητικούς τίτλους για τις επιστημονικές της εργασίες από όλες, σχεδόν, τις χώρες που επισκεπτόταν. Ο Μιρκέα Κοντρεάνου, ένας Ρουμάνος διπλωμάτης στην Ουάσιγκτον, αναφέρει: «Ήταν μια αγράμματη, αμόρφωτη, αφελής, αυτοδίδακτη γυναίκα, η οποία νόμιζε πως αν είχε μερικούς τίτλους δίπλα στο όνομά της, θα άλλαζε και την εικόνα της». Η φιλοδοξία της δεν αρκέστηκε στην ακαδημαϊκή καριέρα. Το 1979 αυτοδιορίστηκε μέλος της κυβέρνησης του Νικολάε και το 1980 έγινε Πρώτη Αναπληρώτρια του Προέδρου, δηλαδή ο δεύτερος ισχυρότερος άνθρωπος στη χώρα μετά τον άνδρα της. Πολύς κόσμος, μάλιστα, πίστευε ότι εκείνη βρισκόταν πίσω από τις σκληρότερες αποφάσεις του συζύγου της. Παρ’ όλα αυτά, ο Νικολάε και η σύζυγός του κατάφεραν να δημιουργήσουν γύρω από τους εαυτούς τους υπερβολική προσωπολατρία.

Όταν ο Νικολάε επισκέφτηκε την Κίνα και τη Βόρεια Κορέα, εντυπωσιάστηκε από την εικόνα αυθεντίας που είχαν δημιουργήσει ο Μάο Τσε Τουνγκ και ο Κιμ Ιλ Σουνγκ και θέλησε να ακολουθήσει λίγο-πολύ το ίδιο σύστημα στη Ρουμανία. Στην ουσία, αυτό σήμαινε την καλλιέργεια της άποψης (μέσω του Τύπου και της τηλεόρασης) πως ο Τσαουσέσκου ήταν η πατρική φιγούρα της Ρουμανίας. Επιπλέον, παρουσιαζόταν ως δημιουργικός κομμουνιστής, του οποίου οι ιδέες ήταν η πηγή όλων των επιτευγμάτων της Ρουμανίας. Αυτός και οι οπαδοί του ονόμασαν τα χρόνια διακυβέρνησής του «χρυσή εποχή», υποδηλώνοντας πως οι τέχνες και οι επιστήμες άνθισαν υπό την καθοδήγησή του, και ενθάρρυνε τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να αναφέρονται σε αυτόν με ορισμούς γεμάτους σεβασμό, όπως «ο οραματιστής αρχιτέκτονας του εθνικού μέλλοντος» ή «εγγυητής της προόδου και ανεξαρτησίας του έθνους». Σε όλες τις πόλεις και τα χωριά, σε κυβερνητικά κτήρια και σχολικές αίθουσες, εμφανίζονταν στους τοίχους μεγάλες φωτογραφίες του Νικολάε και της Έλενα.

Η Έλενα Τσαουσέσκου απολάμβανε την ίδια αναγνώριση με το σύζυγό της, αναφερόμενη στον Τύπο ως «Μητέρα της Πατρίδας μας», «Πρωτοπόρα Μαχήτρια του Ένδοξου Μέλλοντος της Ρουμανίας», «Πυρσός του Κόμματος» και παρόμοια γελοία προσωνύμια. Τα γενέθλια του Νικολάε και της Έλενα γιορτάζονταν ως εθνικές εορτές. Ο γιος τους, Νίκου, απολάμβανε τις ίδιες τιμές και έγινε σύντομα γνωστό πως αν πέθαινε ο Τσαουσέσκου θα τον διαδεχόταν είτε ο Νίκου είτε η Έλενα.

Υπήρχαν συνδυασμένες προσπάθειες εκ μέρους της Έλενας Τσαουσέσκου να ασκήσει τη δύναμή της και ν’ αναδείξει την εικόνα της ως ηγέτιδας κυρίας της Ρουμανίας. Δόθηκαν αυστηρές οδηγίες ώστε οπουδήποτε εμφανίζονταν τα ονόματα του Νικολάε και της Έλενας (π.χ. στις εφημερίδες) έπρεπε να είναι τυπωμένα στην ίδια σειρά, μαζί, έτσι ώστε το όνομα της Έλενας να έχει την ίδια σπουδαιότητα με εκείνο του συζύγου της. Και αν αυτό, δεν ήταν αρκετά παραπλανητικό, δόθηκαν περαιτέρω εντολές να μην περιλαμβάνονται στα ίδια άρθρα άλλα ονόματα, ώστε τα ονόματα των δικτατόρων να εμφανίζονται όλο και περισσότερο εντυπωσιακά. Και οι φωτογραφίες τους παρουσιάζονταν με την ίδια λεπτότητα. Καμία φωτογραφία του Νικολάε δεν θα εμφανιζόταν χωρίς την Έλενα στο πλευρό του και όλες οι φωτογραφίες έπρεπε να έχουν κόκκινο φόντο, διότι το κόκκινο ήταν το επίσημο χρώμα του Κομμουνιστικού Κόμματος. Εάν η Έλενα και ο Νικολάε ταξίδευαν στο εξωτερικό για επίσημες επισκέψεις (στην Κίνα, στη Βόρεια Κορέα, αλλά και στις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία), στην επιστροφή τους μεταφέρονταν με πούλμαν κάτοικοι από τις γύρω πόλεις, τα κοντινά χωριά και παιδιά από τα σχολεία να τους υποδεχθούν, κρατώντας σημαίες και τραγουδώντας επαινετικούς ύμνους για τους δύο σεβαστούς ηγέτες. Τίποτα δεν αφηνόταν στην τύχη, όλα ήταν οργανωμένα για την προβολή των δύο δικτατόρων. Ειδικότερα μετά το Εθνικό Συνέδριο Γυναικών, η Έλενα τιμήθηκε από μια πολυπληθή ομάδα παιδιών με τα ακόλουθα λόγια:

    Ατενίζουμε με εκτίμηση και σεβασμό την αρμονική ζωή αυτής της οικογένειας. Δίνουμε μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι η ζωή της, ως πρώην εργάτριας υφαντουργίας, μαχητικού μέλους της κομμουνιστικής νεολαίας, μέλους του Κόμματος από την εποχή της παρανομίας, σημερινής ηρωίδας, σοσιαλίστριας εργάτριας, επιστήμονος, μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του Πολιτικού Κομμουνιστικού Γραφείου της Ρουμανίας, μαζί με τον σύζυγό της, μας δίνει μια εξαιρετική εικόνα για το μέλλον αυτών των δύο κομμουνιστών. Τα τρία παιδιά του προεδρικού ζεύγους εργάζονται, όπως ο καθένας μας, ακολουθώντας το παράδειγμα των γονιών τους, για να εδραιώσουν τον Σοσιαλισμό στη Ρουμανία. ‘Ολ’ αυτά επιβεβαιώνουν την αλήθεια ότι η εργασία και το προσωπικό παράδειγμα είναι καθήκοντα και απαράβατες υποχρεώσεις για την οικογένεια Τσαουσέσκου.

Η ευνοιοκρατία κρατούσε καλά, αφού δύο αδερφοί του Τσαουσέσκου προωθήθηκαν σε θέσεις-κλειδιά στον ρουμανικό στρατό και τη Σεκιουριτάτε και σε κάποιο σημείο περισσότεροι από είκοσι επτά στενοί συγγενείς του Τσαουσέσκου καταλάμβαναν ισχυρές θέσεις στο ίδιο το κόμμα.

Στο 13ο Συνέδριο του Κόμματος, τον Νοέμβριο του 1984, παρά την παραπαίουσα οικονομία, ο Νικολάε έδειχνε απρόσβλητος. Ανακοίνωσε πως δεν θα γινόταν καμία αλλαγή στο υποχρεωτικό πρόγραμμα βιομηχανοποίησης και δεν ανέφερε καν τα δελτία τροφίμων, από τα οποία τρεφόταν όλη η χώρα, ούτε την ανεπάρκεια καυσίμων και τις διακοπές ρεύματος. Με την αλαζονεία ενός ανθρώπου που είχε ανεβάσει κατακόρυφα το επίπεδο ζωής του, ενώ το βιοτικό επίπεδο της χώρας του κατρακυλούσε, προέβλεψε πως το 1995 η Ρουμανία θα ήταν αυτάρκης ενεργειακά. Όπως ήταν φυσικό, δεν υπήρξε καμία τέτοια αλλαγή πορείας και το 1989 η χώρα βρισκόταν στο χείλος της απόλυτης κατάρρευσης. Τότε, η αποδοκιμασία του κόσμου έφτασε σε τέτοιο σημείο που στις 16 Δεκεμβρίου ξέσπασε εξέγερση στην πόλη Τιμισοάρα. Φαινομενικά, η εξέγερση ξεκίνησε ως μια ειρηνική διαμαρτυρία υποστήριξης ενός αντιφρονούντα Ούγγρου υπουργού, του αιδεσιμότατου Λάζλο Τόκες. Ο Τόκες αντιμετώπιζε την απέλαση από τη χώρα, επειδή είχε εναντιωθεί στο καθεστώς Τσαουσέσκου, καταδικάζοντας κυρίως τις διώξεις κατά Ούγγρων. Αν και η συγκέντρωση ξεκίνησε ειρηνικά, σύντομα μετατράπηκε σε μια τεράστια διαδήλωση εναντίον της κυβέρνησης και η αστυνομία παρενέβη για να διαλύσει τα πλήθη. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί υποστηρίχτηκαν από μέλη της Σεκιουριτάτε και τον στρατό. Τα γεγονότα εξελίχτηκαν ραγδαία και, υπό τις διαταγές του στρατηγού Βίκτορ Στανκουλέσκου, ο στρατός άνοιξε πυρ εναντίον του πλήθους. Σκοτώθηκαν αρκετές εκατοντάδες πολίτες και την επομένη του μακελειού ο περισσότερος κόσμος έστρεψε την οργή του ενάντια στον Τσαουσέσκου, πιστεύοντας πως βρισκόταν πίσω από τη διαταγή που είχε δοθεί στον Στανκουλέσκου να χρησιμοποιήσει όπλα.

Την επόμενη νύχια, 50.000 κάτοικοι κατέβηκαν στους δρόμους της Τιμισοάρα, μόνο που αυτή τη φορά κατηγορούσαν πλέον ανοιχτά την κυβέρνηση και τον Τσαουσέσκου. Ατάραχος από τα γεγονότα, ο Τσαουσέσκου αποφάσισε να μιλήσει ο ίδιος σε μια μεγάλη πολιτική συγκέντρωση και γι’ αυτό, την 21η Δεκεμβρίου, ζήτησε να γίνει λαϊκή συνάθροιση στην κεντρική πλατεία του Βουκουρεστίου -τότε γνωστή ως Πιετά Ρεπούμπλικα (πλέον γνωστή ως Πιετά Ρεβολουτιέι). Τη νύχτα εκείνη εμφανίστηκαν περισσότεροι από 80.000 πολίτες για να ακούσουν τι είχε να πει ο πρόεδρος, όμως ο Τσαουσέσκου, αναμφίβολα επειδή είχε χάσει κάθε επαφή με τον λαό του, δεν έκρινε ορθά τη διάθεσή του και όταν άρχισε να ρητορεύει για τις κοινωνικοοικονομικές πολιτικές τους κόμματος, ο κόσμος άρχισε να τον αποδοκιμάζει. Ήταν φανερό πως ξαφνιάστηκε εγώ αγόρευε από το μπαλκόνι του κτηρίου της Κεντρικής Επιτροπής. Το πλήθος κραύγαζε: «Κάτω οι δικτάτορες!» και «Τιμισοάρα! Τιμισοάρα!» και ο Τσαουσέσκου έδειχνε αποσβολωμένος.

Το χειρότερο, όμως, για τον πρόεδρο ήταν πως το γεγονός μεταδιδόταν τηλεοπτικά σε ολόκληρο το έθνος και, αν και το πρόγραμμα διακόπηκε σύντομα από τους λογοκριτές και αντικαταστάθηκε από πατριωτική μουσική, ήταν ήδη πολύ αργά, γιατί όλοι οι πολίτες είχαν δει την ταπείνωση του Τσαουσέσκου.

Μετά από λίγα λεπτά, ο Νικολάε και η Έλενα μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στο κτήριο της Κεντρικής Επιτροπής, όπου έκαναν ένα ακόμη λάθος και, αντί να το σκάσουν από την πόλη την ίδια νύχτα, αποφάσισαν να περιμένουν μέχρι το επόμενο πρωί. Κανείς δεν ξέρει γιατί πήραν αυτή την απόφαση, υπάρχουν κάποιοι όμως που κατηγορούν την Έλενα, ισχυριζόμενοι πως εκείνη ήταν που θεωρούσε το γεγονός ασήμαντο. Όμως για τους Τσαουσέσκου τα δύσκολα είχαν μόλις αρχίσει…

Μέχρι το πρωί, οι διαδηλωτές είχαν εισβάλει στο κτήριο της Κεντρικής Επιτροπής και αναζητούσαν τα θύματά τους. Όταν κατάλαβαν τελικά τον κίνδυνο τον οποίο διέτρεχαν, ο Νικολάε και η Έλενα κανόνισαν να έρθει ελικόπτερο να τους παραλάβει από την οροφή του κτηρίου. Δυστυχώς γι’ αυτούς, το σχέδιό τους έληξε άδοξα, γιατί όταν τελικά προσγειώθηκε το ελικόπτερο για να τους πάρει, είχαν ήδη συλληφθεί και μεταφερθεί στη στρατιωτική βάση της Τιργκοβίστα, πενήντα χιλιόμετρα έξω από το Βουκουρέστι. Μόλις έφτασαν εκεί δικάστηκαν από στρατοδικείο, αποτελούμενο από τρεις πολίτες, πέντε δικαστές, δύο δημόσιους κατηγόρους και δύο συνηγόρους, ενώ ένας εικονολήπτης κατέγραφε τη διαδικασία. Στην αρχή της δίκης ένας από τους κατηγόρους, ο στρατηγός Νταν Βοϊνέα, απήγγειλε κατηγορίες εναντίον τους, που περιλάμβαναν «εγκλήματα κατά του λαού» και πράξεις «ασύμβατες με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια». Συνοπτικά, οι κατηγορίες, όπως απαγγέλθηκαν από τον εισαγγελέα, Στρατηγό Νταν Βοϊνέα, ήταν οι ακόλουθες:

    Πρώτον: Γενοκτονία, σύμφωνα με το Άρθρο 356 του Ποινικού Κώδικα.
    Δεύτερον: Ένοπλη επίθεση κατά του λαού και του πολιτεύματος, σύμφωνα με το Άρθρο 163 του Ποινικού Κώδικα.
    Τρίτον: Καταστροφή κτιρίων και κρατικών ιδρυμάτων, υποσκάπτοντας έτσι την εθνική οικονομία, σύμφωνα με τα Άρθρα 165 και 145 του Ποινικού Κώδικα.

Από την αρχή της διαδικασίας, όμως, ο Νικολάε αρνήθηκε να συνεργαστεί, λέγοντας πως αναγνώριζε μόνο τη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση. «Μόνο ενώπιόν της θα μιλήσω», είπε. Παρά την αδιαλλαξία εκείνου και της Έλενας, η κατηγορούσα αρχή συνέχισε, και τα ακόλουθα αποτελούν χαρακτηριστικό δείγμα:

    Με τον ίδιο τρόπο που ο Τσαουσέσκου αρνήθηκε τον διάλογο με τον λαό, αρνείται τώρα τον διάλογο μαζί μας. Πάντοτε ισχυριζόταν πως δρούσε και μιλούσε εκ μέρους των ανθρώπων, πως είναι ο αγαπητός υιός των ανθρώπων, όμως το μόνο που έκανε ήταν να καταδυναστεύει διαρκώς τους ανθρώπους. Σε κάθε αφορμή οργάνωναν μεγαλοπρεπείς εορτασμούς στην οικία τους. Οι λεπτομέρειες είναι γνωστές. Οι κατηγορούμενοι προμηθεύονταν τα ακριβότερα φαγητά και τα πολυτελέστερα ρούχα από το εξωτερικό. Οι πολίτες λάμβαναν μόλις 200 γραμμάρια τροφής την ημέρα, δείχνοντας την ταυτότητά τους. Οι δύο κατηγορούμενοι κατάκλεψαν τον λαό και ακόμη και σήμερα αρνούνται να μιλήσουν. Είναι δειλοί…

Ζητούσαν διαρκώς από τον Νικολάε να απαντήσει, όμως η απάντηση ήταν πάντοτε η ίδια, πως θα μιλούσε μόνον ενώπιον της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης. Ακόμη και όταν ο κατήγορος τον πληροφόρησε πως το σώμα αυτό είχε διαλυθεί, η αντίδρασή του φανέρωσε δυσπιστία, όχι μετάνοια. «Κανείς δεν μπορεί να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση», είπε και ο κατήγορος αποκρίθηκε πως αυτή είχε αντικατασταθεί από το Εθνικό Μέτωπο Σωτηρίας. «Κανείς δεν αναγνωρίζει αυτό το σώμα», απάντησε ο Νικολάε. «Γι’ αυτό μάχεται ο λαός σε ολόκληρη τη χώρα. Αυτή η συμμορία πρέπει να καταστραφεί».

Ούτε η Έλενα Τσαουσέσκου είχε διάθεση μεταμέλειας και διέκοψε πολλές φορές τη δίκη με ανάρμοστα σαρκαστικά σχόλια. Όταν ο εισαγγελέας έδειξε τον Νικολάε και είπε ότι τριάντα τέσσερις άνθρωποι είχαν σκοτωθεί στην εξέγερση, η Έλενα απάντησε: «Κοίτα τι αποκαλούν γενοκτονία!». Η Έλενα συνεχώς ψιθύριζε στον σύζυγό της σε όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, και ανάγκασε πολλές φορές τον εισαγγελέα να την κατηγορήσει ότι πάντοτε υπήρξε πολυλογού και πως δεν ήξερε τι έλεγε. «Έχω παρατηρήσει», είπε ο εισαγγελέας, «ότι δεν ξέρει ούτε καν ανάγνωση και, παρ’ όλ’ αυτά, αυτοαποκαλείται πτυχιούχος πανεπιστημίου». Η Έλενα, τότε, του απάντησε: «Οι διανοούμενοι αυτής της χώρας θα σε δικάσουν, εσένα και τους ομοίους σου». Μετά απ’ αυτό το ράπισμα, ο εισαγγελέας άρχισε ν’ απαριθμεί όλους τους ψεύτικους τίτλους σπουδών της Έλενας.

Η δίκη συνεχίστηκε με διαρκείς ανταπαντήσεις μεταξύ των δύο κατηγορούμενων και των κατηγόρων τους. Ήταν ολοφάνερο πως η Έλενα αντιμετώπιζε ακόμη περισσότερο από τον σύζυγό της υπεροπτικά τους δικαστές, και ακόμη και όταν ο δικαστής την κατηγόρησε πως δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια ακαλλιέργητη χωριάτισσα, εκείνη παρέμεινε ατάραχη. Οι δυο τους παρακολούθησαν ασυγκίνητοι ολόκληρη τη δίκη και, σύμφωνα με το συνήγορο υπεράσπισης, Τίκο Θεοδορέσκου, αρνήθηκαν να δεχτούν τη συμβουλή του και να επικαλεστούν παράνοια. «Ένιωσαν βαθιά προσβεβλημένοι», είπε, «ήταν ανίκανοι ή απρόθυμοι να δεχτούν το μόνο μέσο που θα τους έσωζε τη ζωή. Από εκεί και πέρα αρνήθηκαν τη βοήθειά μου». Τότε ενώπιον του δικαστηρίου παρουσιάστηκε ένας ακόμη κατάλογος εγκλημάτων, που περιλάμβανε τη γενοκτονία περισσότερων από 60.000 πολιτών, την καταστροφή εκατοντάδων ρουμανικών χωριών, την πολιτική που οδήγησε τον κόσμο στη λιμοκτονία και την πρόκληση αναίτιας δυστυχίας σε χιλιάδες παιδιά. Τέλος, ο κατήγορος δήλωσε πως, αν και ήταν εναντίον της θανατικής ποινής, σε αυτή την περίπτωση θα επιθυμούσε να γίνει μια εξαίρεση, γιατί «δεν είχαν να κάνουν με ανθρώπους». Ο δικαστής και ακόμη και ο συνήγορος των Τσαουσέσκου συμφώνησαν, και στους δύο κατηγορούμενους επιβλήθηκε η θανατική ποινή που εκτελέστηκε χωρίς καθυστερήσεις. Οι δύο οδηγήθηκαν έξω από το δωμάτιο, σε μια μικρή αυλή. Ο κατήγορος, που είχε βγει έξω για να καπνίσει, είδε ολόκληρη τη σκηνή και αργότερα θυμόταν πως ο Νικολάε Τσαουσέσκου κοντοστάθηκε όταν είδε μία ομάδα στρατιωτών να τον περιμένει στην αυλή:

    Όταν οδηγήθηκαν έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου, υπήρχε ένας διάδρομος περίπου 10 μέτρων που έβγαζε στην αυλή του στρατοδικείου. Από την έξοδο μέχρι τον τοίχο όπου τους πυροβόλησαν, η απόσταση ήταν περίπου 15 μέτρα. Όταν τους πήγαν στην αυλή, ο Τσαουσέσκου στάθηκε μόλις είδε τους στρατιώτες. Νομίζω ότι τότε μόλις συνειδητοποίησε ότι θα τον εκτελούσαν. Πρώτα πήραν αυτόν και τον έστησαν στον τοίχο. Έκαναν δύο βήματα πίσω και πρώτος πυροβόλησε ο αξιωματικός. Οι άλλοι από το εκτελεστικό απόσπασμα ήταν πίσω του. Όταν άρχισαν να πυροβολούν πήδηξε, νομίζω από ένστικτο, γιατί σκόπευαν στα πόδια του. Διέσχισε πηδώντας περίπου μισό μέτρο. Πέθανε πεσμένος ανάσκελα… Κατόπιν εκτέλεσαν και αυτήν…

Η ημερομηνία ήταν 25 Δεκεμβρίου 1989. Ο λαός της Ρουμανίας έλαβε το καλύτερο χριστουγεννιάτικο δώρο μετά από είκοσι πέντε χρόνια. Τράβηξαν φωτογραφίες από το νεκρό ζευγάρι και τις έστειλαν σε ολόκληρο τον κόσμο, όπου μπήκαν στα πρωτοσέλιδα σχεδόν κάθε εφημερίδας. Το ζευγάρι έμοιαζε με δύο συνταξιούχους κουλουριασμένους στο χιόνι, όμως αν παρατηρούσε κανείς καλύτερα, μπορούσε να διακρίνει πως η δεξιά πλευρά του κεφαλιού του Τσαουσέσκου ήταν καλυμμένη με αίμα, το ίδιο και της Έλενας.

Μετά τον θάνατό τους, οι σοροί του Νικολάε και της Έλενα μεταφέρθηκαν στο νεκροταφείο Γκένσεα, στο Βουκουρέστι, όπου θάφτηκαν σε ξεχωριστούς τάφους. Μέλη της οικογένειας του Τσαουσέσκου αμφισβήτησαν το γεγονός ότι ο Νικολάε και η σύζυγός του έχουν ενταφιαστεί σε τάφο στο Γκεντσέα και με δικαστική εντολή αποφασίστηκε η εκταφή των λειψάνων τους, τον Ιούλιο του 2010, με σκοπό την ταυτοποίηση των νεκρών, με την μέθοδο DNA. Στις 3 Νοεμβρίου 2010 ανακοινώθηκε ότι η σορός της οποίας έγινε εκταφή από το νεκροταφείο στο Βουκουρέστι ανήκε στον Νικολάε Τσαουσέσκου.
 
Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "Νικολάε και Έλενα Τσαουσέσκου – Οι τύραννοι τής Ρουμανίας"

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

Ο οργισμένος Χρουστσόφ επιτίθεται στο έδρανο των Η.Ε. με το... παπούτσι του!

 
Γνωστός για τις «δημόσιες εκδηλώσεις οργής» του, στις 12 Οκτωβρίου 1960 ο Σοβιετικός ηγέτης Νικίτα Χρουστσόφ, εξοργισμένος από δηλώσεις του Φιλιππινέζου συνέδρου, αρχίζει να κοπανά με μανία το παπούτσι του στο έδρανο των Η.Ε. Για το περιστατικό έχουν γραφτεί και ακουστεί αρκετές εκδοχές και η έλλειψη απτών αποδείξεων έχει οδηγήσει και στην ιστορική αμφισβήτησή του. Η δήλωση του Φιλιππινέζου συνέδρου Lorenzo Sumulong κατά την τακτική 15η Σύνοδο εργασιών της Γενικής Συνελεύσεως του ΟΗΕ, με την οποία κατηγορούσε ουσιαστικά για διφορούμενη πολιτική την ΕΣΣΔ σχετικά με την αποικιοκρατική πολιτική προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Σοβιετικού ηγέτη, ο οποίος αγανακτισμένος και «θιγμένος» ύψωσε το παπούτσι του και το χτύπησε πάνω στο έδρανό του.
Σύμφωνα με μία από τις εκδοχές, μετά τη δήλωση του Φιλιππινέζου διπλωμάτη, ο Χρουστσόφ ανέβηκε στο βήμα της Γενικής Συνελεύσεως, όπου με θεατρικό τρόπο έκανε νόημα στον Sumulong να αποχωρήσει και ζήτησε από τον πρόεδρο της Γ.Σ. να επαναφέρει τον Sumulong στην τάξη.

Απευθυνόμενος προς τον Φιλιππινέζο διπλωμάτη, ο πρόεδρος του ζήτησε να αποφύγει τη συνέχεια μιας διαμάχης που είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει επιπλέον παρεμβάσεις. Ο Χρουστσόφ, μπροστά στη συνεχιζόμενη ομιλία του Φιλιππινέζου συνέδρου, χτύπησε τις γροθιές του στο τραπέζι και στη συνέχεια πήρε το παπούτσι του και άρχισε να κοπανάει το έδρανο και με αυτό.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, ο Χρουστσόφ πρώτα χτύπησε το παπούτσι στο έδρανο και στη συνέχεια μετέβη στο βήμα για να διαμαρτυρηθεί. Κατά πληροφορία, πάλι, που έδωσε ο πρέσβης της Σουηδίας στη Μόσχα στον Έλληνα διπλωμάτη Κύρου, η οποία προερχόταν απευθείας από τον σοβιετικό ΥΠΕΞ Αντρέι Γκρομύκο, το περίφημο παπούτσι «... εστένευεν αφορήτως τον κ. Χρουστσώφ (το οποίο) ούτος είχεν εκβάλει προς παροδικήν ανακούφισιν και το εκράτει ανά χείρας, οπότε και μόνο τότε εσκέφθη να το χρησιμοποιήση ως πρωτότυπον μέσον κοινοβουλευτικής αποδοκιμασίας!».

Η πραγματικότητα, όμως, πίσω από τον εκνευρισμό του Σοβιετικού ηγέτη δεν οφειλόταν στις κατηγορίες περί καταπίεσης και ανελευθεριών της σοβιετικής πολιτικής, αλλά στη διαφαινόμενη επικράτηση της ψήφου υπέρ του νέου Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Σουηδού Hammarskjold, στη θέση του οποίου η σοβιετική πρόταση «έβλεπε» τριανδρία προερχομένη από διαφορετικά κράτη. Έπειτα από χρόνια ντροπιαστικής σιωπής για την οικογένεια, η εγγονή του Χρουστσόφ, Νίνα Χρουστσιέβα παρουσιάζει τη δική της εκδοχή για το γεγονός. Ο παππούς της φορούσε καινούργια παπούτσια που τον στένευαν, με αποτέλεσμα να τα έχει βγάλει την ώρα που ήταν καθιστός. Όταν άρχισε να χτυπά το έδρανο με τις γροθιές του, το ρολόι του έπεσε και σκύβοντας για να το πιάσει, είδε το παπούτσι.

Το 2002, μια πρώην Σοβιετική δημοσιογράφος δημοσίευσε μια άλλη εκδοχή του περιστατικού, η οποία βασιζόταν σε μαρτυρία εργαζόμενης στα Η.Ε. Σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτή, το παπούτσι του είχε γλιστρήσει νωρίτερα πριν φτάσει στο έδρανό του. Η υπάλληλος πήρε το παπούτσι, το τύλιξε με μια πετσέτα και το επέστρεψε στον Χρουστσόφ, ο οποίος μη μπορώντας να το φορέσει, αναγκάστηκε να το κρατήσει κάτω από το γραφείο του για κάποια ώρα. Γεγονός είναι, ωστόσο, ότι η αποδοκιμασία της κίνησης να χτυπήσει το παπούτσι στο έδρανο από τους διπλωμάτες και τους πολιτικούς, παρουσίασε μια περισσότερο αδύναμη εικόνα του, με αποτέλεσμα η κοινή γνώμη της Δύσης να σχηματίσει καλύτερη εικόνα γι’ αυτόν. Και στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ, η δημοτικότητά του απογειώθηκε.






Διαβάστε περισσότερα "Ο οργισμένος Χρουστσόφ επιτίθεται στο έδρανο των Η.Ε. με το... παπούτσι του!"

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2011

Η faux Πόλη του Φωτός

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γάλλοι έχτισαν μία «ρέπλικα» της Πόλης τους Φωτός προκειμένου να σώσουν το αληθινό Παρίσι από τα βομβαρδιστικά των Γερμανών. Σύμφωνα με την εφημερίδα "The Telegraph" η πόλη ρέπλικα δημιουργήθηκε κοντά στο τέλος του πολέμου, στο 1918, έτσι ώστε να παρασυρθούν οι Γερμανοί πιλότοι μακριά από το Παρίσι. Αξίζει να σημειώσουμε ότι την εποχή αυτή δεν έχει ανακαλυφθεί ακόμη το ραντάρ.

Τα Γερμανικά βομβαρδιστικά τύπου "Gotha" ήταν ξύλινα διπλάνα. Τα πληρώματα που τα επάνδρωναν αναλάμβαναν να στοχεύσουν και να ρίξουν τις βόμβες που κουβαλούσε "το Gotha", επάνω από τον επιθυμητό στόχο, με το χέρι.

Οι Γάλλοι στρατιωτικοί σχεδιαστές, προκειμένου να εξαπατήσουν τη Γερμανική αεροπορία, κατέβαλλαν τεράστιες προσπάθειες ούτως ώστε να χτίσουν αντίγραφα των κτιρίων του Παρισιού. Κατάφεραν να φτιάξουν μία ψεύτικη Αψίδα του Θεάτρου, ένα ξύλινο αντίγραφο του Opera House και των Ηλυσίων Πεδίων. Για να δώσουν μία αίσθηση αληθοφάνειας στα κτίσματα αυτά προσέθεσαν προσεκτικές «πινελιές» όπως π.χ. ημιδιαφανή χρώματα για να μιμηθούν τις βρώμικες γυάλινες οροφές των εργοστασίων. Παράλληλα με τη λεωφόρο Hausmann, έχτισαν βιομηχανικά προάστια τα οποία παρουσίαζαν μεγάλη ομοιότητα με τα πραγματικά προάστια.

Ο ηλεκτρολόγος μηχανικός Fernard Jacopozzi, στον οποίο αργότερα ανατέθηκε το έργο του φωτισμού του Πύργου του Άϊφελ, κλήθηκε τότε για να εμπλουτίσει την πόλη ρέπλικα με την εντύπωση των κινούμενων συρμών και μηχανών που ταξιδεύουν τη νύχτα με τους χαρακτηριστικούς λευκούς, κίτρινους και κόκκινους λαμπτήρες τους.

Η πόλη ρέπλικα χτίστηκε 15 μίλια έξω από το Παρίσι κατά μήκος του Σηκουάνα, ωστόσο δεν τέθηκε ποτέ σε χρήση. Τα Γερμανικά βομβαρδιστικά είχαν ολοκληρώσει το καταστροφικό τους έργο προτού ολοκληρωθεί η ανέγερση όλου του παραπλανητικού οικοδομήματος.

Ευτυχώς, η πραγματική πόλη του Παρισιού παρέμεινε αλώβητη.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "Η faux Πόλη του Φωτός"

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2011

Πέθανε η κόρη του Στάλιν

Η μοναχοκόρη του δικτάτορα της Σοβιετικής Ένωσης, Ιωσήφ Στάλιν, πέθανε από καρκίνο του παχέος εντέρου σε οίκο ευγηρίας στις ΗΠΑ, σε ηλικία 85 ετών.

Η Σβετλάνα Στάλιν, επίσης γνωστή με το όνομα Λάνα Πίτερς πέθανε στην πολιτεία του Ουινσκόνσιν στις 22 Νοεμβρίου, επιβεβαίωσαν Αμερικανοί αξιωματούχοι στο ρωσικό BBC.

Η Σβετλάνα, το τελευταίο εν ζωή από τα παιδιά του Στάλιν, γεννήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1926, έζησε μια ζωή σαν ρωσικό μυθιστόρημα και πέθανε ανώνυμη μέσα στη μιζέρια στο Ουισκόνσιν.

Στη διάρκεια της ζωής της άλλαξε πολλές φορές το όνομά της προσπαθώντας να σβήσει κάθε σχέση με τον πατέρα της. Μετά δύο γάμους και το θάνατο του Στάλιν το 1953 πήρε το επώνυμο της μητέρας της και ονομαζόταν Σβετλάνα Αλιλούγεβα.

Το 1967 με την δικαιολογία ότι ήθελε να μεταφέρει την τέφρα του Ινδού συντρόφου της, τον οποίο είχε γνωρίσει στην Σοβιετική Ένωση, διέφυγε στην Ινδία και από εκεί ζήτησε άσυλο στις ΗΠΑ.

Έκαψε το διαβατήριό της, κατήγγειλε τον κομουνισμό και τον πατέρα της, τον οποίο αποκάλεσε «ηθικό και πνευματικό τέρας».

Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο της Μόσχας το 1949, όπου αρχικά εργάστηκε ως δασκάλα και μεταφράστρια. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές – τρεις εκ των οποίων στη Ρωσία- και άφησε δυο παιδιά στην πατρίδα της.

Τα πρώτα της απομνημονεύματα «Είκοσι Επιστολές σε έναν Φίλο», δημοσιεύθηκαν το 1967 και κέρδισαν περισσότερα από 2,5 εκ. δολάρια.

Το 1970 μετονομάστηκε σε Λάνα Πίτερς μετά το σύντομο γάμο της με τον αρχιτέκτονα Γουίλιαμ Γουέλσι Πίτερς.

Σε συνέντευξή της που δημοσιεύθηκε το 2010 στην Wisconsin State Journal, είχε δηλώσει πως είναι "πολύ ευτυχισμένη" που βρίσκεται σε αυτήν την περιοχή και εξομολογήθηκε πως "Ο πατέρας της της κατέστρεψε τη ζωή".

"Όπου και αν πήγαινα, εδώ, στην Ελβετία, στην Ινδία, οπουδήποτε, στην Αυστραλία, σε ένα νησί, ήμουν πάντοτε αιχμάλωτη του ονόματος του πατέρα μου", είχε υπογραμμίσει.

Η ίδια είχε προσθέσει πως ο πατέρας της την αγαπούσε. "Ήταν ένας απλός άνθρωπος. Ένας αγροίκος, πολύ σκληρός . Ήταν πολύ απλός μαζί μας. Με αγαπούσε και ήθελε να γίνω μια καλά καταρτισμένη μαρξίστρια", είχε καταλήξει.

Η Πίτερα, που ήταν έξι ετών όταν η μητέρα της αυτοκτόνησε, ήταν κάποτε πολύ κοντά στον πατέρα της, ο οποίος την αποκαλούσε «μικρό σπουργίτι». Ωστόσο έζησαν χωριστά στα τελευταία του χρόνια.

Ο Στάλιν έστειλε την πρώτη της αγάπη, έναν Εβραίο σκηνοθέτη, στη Σιβηρία.

Ο αδελφός της Πίτερς, Τζέικομπ, πέθανε σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο πατέρας της αρνήθηκε να τον ανταλλάξει με ένα γερμανικό στρατηγό ενώ ο άλλος αδελφός της, Βασίλης, πέθανε αλκοολικός, σε ηλικία 40 ετών.

"Ο κόσμος λέει «η κόρη του Στάλιν, η κόρη του Στάλιν», εννοώντας ότι υποτίθεται ότι θα κυκλοφορώ με ένα τουφέκι, πυροβολώντας τους Αμερικανούς", είχε πει η ίδια.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "Πέθανε η κόρη του Στάλιν"

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

1883: Το πρώτο ταξίδι του Όριεντ Εξπρές

Το ταξίδι με τραίνο στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν χρονοβόρο και κουραστικό καθώς κάθε χώρα διέθετε το δικό της ανεξάρτητο σιδηροδρομικό δίκτυο κι έτσι οι επιβάτες που ταξίδευαν από την Ευρώπη έως την Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγκάζονταν να αποβιβάζονται στα σύνορα κάθε κράτους, να τα περνούν πεζοί και να επιβιβάζονται εκ νέου σε άλλη αμαξοστοιχία.

Η επαναστατική ιδέα του Ζορζ Ναχελμάκερς, ενός  βέλγου επιχειρηματία, για μία διεθνή εταιρεία με άδεια χρήσης όλων των κρατικών σιδηροδρομικών δικτύων οδήγησε στη δημιουργία του θρυλικού Όριεντ Εξπρές, του πρώτου διηπειρωτικού τραίνου της Ευρώπης.

Στις 4 Οκτωβρίου 1883, το Όριεντ Εξπρές ξεκίνησε το πρώτο του δρομολόγιο, συνδέοντας το  Παρίσι με το Τζιούρτζιου της Ρουμανίας, μέσω Μονάχου και Βιέννης. Στον τερματικό σταθμό οι επιβάτες περνούσαν στην απέναντι όχθη του ποταμού Δούναβη με φέρι-μπόουτ και στη συνέχεια έπαιρναν άλλο τραίνο από τη Βάρνα της Βουλγαρίας από όπου έφταναν τελικά στην Κωνσταντινούπολη. Έξι χρόνια αργότερα, το 1989, λειτούργησε μία νέα σιδηροδρομική γραμμή που ένωνε απευθείας το Παρίσι με την Κωνσταντινούπολη, μέσω Βουδαπέστης και Βελιγραδίου.

Η θρυλική αμαξοστοιχία μετέφερε βασιλιάδες, ευρωπαίους διπλωμάτες, κοσμοπολίτες έμπορους και απλούς πολίτες. Κατά τη διάρκεια του πολυήμερου ταξιδιού οι επιβάτες χαλάρωναν στα βελούδινα και πλήρως εξοπλισμένα με μπάνιο, γραφείο και αναπαυτικά κρεβάτια διαμερίσματά τους ή  απολάμβαναν το γεύμα τους και τον καφέ τους στην ξύλινη σκαλιστή τραπεζαρία και στα δερμάτινα καθίσματα του εστιατορίου του Όριεντ Εξπρές.

Στην εκατοντάχρονη πορεία του το τραίνο διέκοψε τη λειτουργία του μόνο κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά από τον οποίο φάνηκε να ανακάμπτει, επισκιασμένο ωστόσο από τις αερομεταφορές. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 το τραίνο του Ναχελμάκερς άρχισε να χάνει αίγλη καθώς ήταν αδύνατο να ανταγωνιστεί την ταχύτητα του αεροπλάνου, στο οποίο έδειχναν προτίμηση όλο και περισσότεροι ταξιδιώτες.

Το τελευταίο ταξίδι του τρένου ξεκίνησε στις 20 Μαΐου του 1977. Λίγους μήνες αργότερα πωλήθηκε σε μία δημοπρασία.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "1883: Το πρώτο ταξίδι του Όριεντ Εξπρές"

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Εβδομήντα πέντε χρόνια από το κομβικό συνέδριο των ναζί στη Νυρεμβέργη

Στις 9 Σεπτεμβρίου 1936, στην εναρκτήρια ομιλία του στο ετήσιο συνέδριο του ναζιστικού κόμματος στη Νυρεμβέργη, ο Αδόλφος Χίτλερ δήλωσε ότι ο «μεγαλύτερος κίνδυνος για τον κόσμο είναι η επανάσταση της ηπείρου» με τους “μπολσεβίκους” να ελέγχονται από «το στρατηγείο των επαναστατημένων Εβραίων στη Μόσχα». Στο ζήτημα της σύγχυσης Εβραίων και σοσιαλιστών αναφέρθηκαν και άλλοι ομιλητές, μεταξύ των οποίων και οι Χέρμαν Γκαίρινγκ και Ρούντολφ Χες.

Το κομματικό συνέδριο της Νυρεμβέργης ήταν εκδήλωση που διοργάνωνε το Ναζιστικό Κόμμα ετησίως από το 1923 ως 1938 στη συγκεκριμένη πόλη της Γερμανίας. Ειδικά, μετά από την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933, ήταν το μεγαλύτερο προπαγανδιστικό γεγονός του ναζιστικού κράτους.

Η απειλή της επανάστασης είχε προβληθεί ως δικαιολογία για τη γερμανική στρατιωτική βοήθεια προς τους ισπανούς φασίστες του Φρανσίσκο Φράνκο. Ο Χίτλερ τόνισε επίσης το αίτημα της Γερμανίας για δημιουργία αποικιών και «ζωτικού χώρου» (Lebensraum ) για τους Ναζί, στα πλαίσια της επεκτατικής τους πολιτικής προς την Ανατολή και πιο συγκεκριμένα προς τη Σοβιετική Ένωση.

Στη συνέχεια της ομιλίας του, ο Χίτλερ ανακοίνωσε ένα νέο τετραετές βιομηχανικό σχέδιο, με επικεφαλής τον Γκαίρινγκ. «Η γερμανική οικονομία πλέον τασσόταν στην υπηρεσία ενός και μόνο σκοπού, την προετοιμασία για πόλεμο», σχολιάζει ο ιστορικός Alan Bullock.

Ο Γκαίρινγκ είχε πρόσφατα αναδειχτεί νικητής σε μια πολιτική διαμάχη με τον υπουργό Οικονομίας Hjalmar Schacht, στον πυρήνα της οποίας βρισκόταν η κατανομή των όλο και λιγότερων πόρων της Γερμανίας, με τον Γκαίρινγκ να υποστηρίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος των πόρων πρέπει να διατεθεί για τον επανεξοπλισμό των στρατιωτικών δυνάμεων και όχι για καταναλωτικά αγαθά.

Δύο ημέρες αργότερα, στις 11 Σεπτεμβρίου, πραγματοποιήθηκε μία μεγάλη παρέλαση προς τιμήν του Φύρερ, στην οποία έλαβαν μέρος 40.000 άνδρες από την Υπηρεσία Απασχόλησης, 60.000 στρατιώτες του ιππικού, 40.000 άνδρες των SS και 40.000 μέλη της νεολαίας του Χίτλερ.

Το «Συνέδριο της Τιμής», όπως ονομάστηκε η μαζική συγκέντρωση της 11ης Σεπτεμβρίου 1936, ήταν αφιερωμένο στην Κατάληψη της Ρηνανίας από τη Βέρμαχτ νωρίτερα το ίδιο έτος, κατά παράβαση της Συνθήκης των Βερσαλλιών.

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "Εβδομήντα πέντε χρόνια από το κομβικό συνέδριο των ναζί στη Νυρεμβέργη"

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Αδόλφος Χίτλερ και Εύα Μπράουν: Η αυτοκτονία μία μέρα μετά το γάμο τους

Ο Α. Χίτλερ με την Εύα Μπράουν
Για πολύ καιρό, οι ιστορικοί περιέγραφαν την ερωμένη του Αδόλφου Χίτλερ, Eύα Μπράουν, σαν μια κατά βάση απολιτική παρουσία δίπλα στον δικτάτορα. Παρότι εκείνος ήταν πάντα περισσότερο αφοσιωμένος στο κόμμα και τις ιδέες του παρά στην Εύα εκείνη επέλεξε να «φύγει» μαζί του, στις 30 Απριλίου του 1945.



Η κυρία Χίτλερ

Οι έρευνες για τις λεπτομέρειες της σχέσης του Χίτλερ με τη Μπράουν ξεκίνησαν όταν ο δικτάτορας ήταν ακόμη στη ζωή. Η μυστικότητα της σχέσης αυτής οφειλόταν σε πολιτική σκοπιμότητα αφού σύμφωνα με τον ίδιο τον Χίτλερ, το ότι ήταν ανύπαντρος «επιτελούσε τα μέγιστα» στην ειδωλοποίηση του από το γυναικείο κοινό του.

Κανείς δεν γνωρίζει πότε η γνωριμία μετατράπηκε σε σχέση. Το 1932, η Μπράουν προσπάθησε να αυτοκτονήσει με το όπλο του πατέρα της, κάτι που ερμηνεύεται από ορισμένους σύγχρονους της ως μια προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή του αφοσιωμένου στο κόμμα και τις ιδέες του Χίτλερ. Το 1935, η Εύα αποπειράται να αυτοκτονήσει και πάλι, αυτή τη φορά με υπνωτικά χάπια, ενώ στοιχεία δείχνουν πως η σχέση μετά από αυτό το περιστατικό έγινε πιο στενή.

«Μόνο η κα Μπράουν είναι πιστή και ανήκει σε μένα»

Η Μπράουν ήταν πιστή στον Χίτλερ μέχρι θανάτου, και αυτή η άνευ όρων πίστη ήταν που εκτιμούσε περισσότερο από όλα ο Φύρερ σε εκείνη αφού όπως έλεγε και ο ίδιος: «Μόνο η κα Μπράουν και ο Γερμανικός Ποιμενικός μου είναι πιστοί και ανήκουν σε μένα».

Στις αρχές Απριλίου του 1945 ήταν κάτι παραπάνω από φανερό ότι οι ημέρες του Ναζισμού ήταν μετρημένες. Η Εύα μετακόμισε στο Βερολίνο και εγκαταστάθηκε στα υπόγεια της Καγκελαρίας, όπου βρισκόταν το θωρακισμένο καταφύγιο του Φύρερ. Αρνήθηκε να φύγει και δήλωσε ότι θα παραμείνει κοντά του.

Στις 29 Απριλίου ο Αδόλφος Χίτλερ παντρεύτηκε τελικά την Εύα Μπράουν στο καταφύγιο της Καγκελαρίας, με τους Σοβιετικούς στρατιώτες να βρίσκονται ήδη στο Βερολίνο. Ο γάμος ήταν πολιτικός, η τελετή σεμνή, με τη νύφη να φορά ένα μαύρο μεταξένιο φόρεμα.

Την επομένη, 30 Απριλίου 1945, το ζεύγος Χίτλερ κλείσθηκε λίγο μετά τις 3 το μεσημέρι σ' ένα δωμάτιο του καταφυγίου και αυτοκτόνησε με χάπια υδροκυανίου κι ενώ οι Σοβιετικοί απείχαν γύρω στα 500 μέτρα από την Καγκελαρία. Αμέσως μετά, τα δύο πτώματα αποτεφρώθηκαν. Την τέφρα τους βρήκαν οι πρώτοι στρατιώτες που εισήλθαν στο καταφύγιο μετά από λίγο. Οι σοβιετικοί τους έθαψαν μυστικά στο Μαγδεμβούργο μαζί με τα πτώματα της οικογένειας Γκέμπελς, που είχε αυτοκτονήσει ομαδικά.

«Ήμουν στο καταφύγιο όταν αυτοκτόνησε ο Χίτλερ»

Ο Rochus Misch είναι ο τελευταίος ζωντανός μάρτυρας του τέλους του Γερμανού δικτάτορα που εκτυλίχθηκε στο καταφύγιο της Καγκελαρίας στις 30 Απριλίου του 1945, περιέγραφε πέρυσι, μιλώντας στο BBC.

«Ξαφνικά άκουσα κάποιον να φωνάζει στην ακόλουθο του Χίτλερ: «Linge, Linge, νομίζω ότι συνέβη». Εκείνοι είχαν προφανώς ακούσει κάποιον πυροβολισμό, εγώ όχι. Ο προσωπικός γραμματέας του Χίτλερ, Martin Bormann διέταξε να γίνει ησυχία. Όλοι άρχισαν να ψιθυρίζουν. Εγώ μιλούσα σε ένα τηλέφωνο, και επίτηδες μιλούσα δυνατά, ήθελα να ακούω κάτι. Δεν ήθελα να σκέφτομαι ότι ήμασταν μέσα σε ένα καταφύγιο θανάτου».

«Ο Bormann διέταξε να ανοίξει η πόρτα. Είδα τον Χίτλερ σωριασμένο με το κεφάλι του στο τραπέζι. Η Eva Brown κείτονταν στον καναπέ με το κεφάλι της στραμμένο προς εκείνο. Είχε τα γόνατα σφιχτά στο στήθος. Φορούσε ένα βαθύ μπλε φόρεμα με λευκούς φραμπαλάδες. Δε θα το ξεχάσω ποτέ» λέει ο 92χρονος.

«Παρατηρούσα καθώς σκέπασαν τον Χίτλερ. Τα πόδια του προεξείχαν καθώς με προσπέρασαν μεταφέροντάς τον. Κάποιος μου φώναξε: «Τρέχα επάνω! Καίνε το αφεντικό!». Αποφάσισα να μην πάω γιατί είχα παρατηρήσει ότι ο Mueller της Γκεστάπο ήταν εκεί - και αυτός δεν ερχόταν σχεδόν ποτέ. Είπα στον σύντροφο μου τον Hentschel, τον μηχανικό: «ίσως μας σκοτώσουν επειδή είμαστε οι τελευταίοι μάρτυρες».

Πηγή
Διαβάστε περισσότερα "Αδόλφος Χίτλερ και Εύα Μπράουν: Η αυτοκτονία μία μέρα μετά το γάμο τους"
Related Posts with Thumbnails